andy dufresne

λιτό και τεμπέλικο ιστολόγιο ασήμαντων πραγμάτων

Δευτέρα, Φεβρουάριος 05, 2007

Τελευταία έξοδος



Dear Red,

If you're reading this, then you're out. One way or another, you're out. And if you've followed along this far, you might be willing to come a little further. I think you remember the name of the town, don't you? ? I could use a good man to help me get my project on wheels.

Meantime, have a drink on me - and do think it over. I will be keeping an eye out for you. Remember that hope is a good thing, Red, maybe the best of things, and no good thing ever dies. I will be hoping that this letter finds you, and find you well.

Your friend,
Andy Dufresne



Sure I remember the name. Zihuatanejo. A name like that is just too pretty to forget.

I find I am excited, so excited I can hardly hold the pencil in my trembling hand. I think it is the excitement that only a free man can feel, a free man starting a long journey whose conclusion in uncertain.

I hope Andy is down there.

I hope I can make it across the border.

I hope to see my friend and shake his hand.

I hope the Pacific is as blue as it has been in my dreams.

I hope.

Δευτέρα, Ιανουάριος 22, 2007

Η Πόλις που τη λέγαν Βαρεμάρα



Στις 9 Ιαν ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος γράφει στο blog του το εξής ποστ:


Από την Αρχή

Στους επόμενους μήνες σας υπόσχομαι το site του LifΟ να ξαναγίνει καινούριο, αντάξιό μας. Ειδικά τα blogs. Είμαστε οι πρώτοι που καταλάβαμε την ενέργεια που κρύβουν. Αυτό πρέπει να φανεί και στον τρόπο που τα σχεδιάζουμε. Δεν με ικανοποιούν έτσι όπως είναι τώρα --θα γίνουν όλα από την αρχή. Και το site, μια χαρά είναι, αλλά το θέλω πιο πλούσιο, αισθητικά και δημοσιογραφικά. Θα πάρει λίγο περισσότερο χρόνο, αλλά είναι προτιμότερο, από το να προσθέτουμε παράγκες στο αυθαίρετο.

Κατά τα άλλα, έκανα μια βόλτα στα μπλογκς και τα είδα όλα, ως συνήθως: δυνατές απόψεις, εξομολογήσεις που σε χαρτί εφημερίδας δεν έτυχε να διαβάσω ποτέ (Πετεφρής), το κλείσιμο του monitor (με πρόφαση έναν διαξιφισμό με την mirandolina!!), και πολλές ανοησίες που με τη λεοντή του νέου μέσου περνιούνται για κάτι φρέσκο.

Kι εδώ χρειάζεται ό,τι παντού: ψυχραιμία να ξεχωρίζεις το στάρι από την ήρα, την ατρόμητη άποψη από την πηχτή αρρώστια.

Την επομένη, στις 10 Ιαν, γράφει το εξής:

O αυτισμός των ελληνικών blogs

Ήταν πολύ κακό για το τίποτα η φάση. Στην Ελλάδα. Όμως μου γνώρισε σπουδαίους φίλους και μερικούς καλότατους δημοσιογράφους.

Και συμπληρώνει στα σχόλια:

Ένας από τους λόγους που καθήλωσαν τα ελληνικά μπλογκς στον επαρχιωτισμό και την ανυποληψία είναι νομίζω η γλώσσα. Μιλάνε μια γλώσσα που άλλες εθνότητες ή κοινότητες δεν μπορούν να μοιραστούν. Έτσι οι 500 ενεργοί μπλογκερς είναι καταδικασμένοι να πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλο, να μαθαίνονται, να πίνουν και κάνα ποτό μαζί --χωρίς την αίσθηση της περιπέτειας και του καινούριου. Στην αρχή υπάρχει η ζέση της επικοινωνίας, μετά το κουτσομπολιό, στο τέλος το βάρεμα. Δοθέντος και του ελληνικού χαρακτήρος, αρχίζει (σε στιγμές εκτροπής) η κακοήθεια και η διαβολή. Υπάρχουν βέβαια και ορισμένα αγύριστα κεφάλια, με την καλή έννοια, που κοιτάνε τη δουλειά τους (π.χ. πιτσιρίκος). Εγώ, πάντως, κοιτάζω σπάνια πια τα μπλογκς. Βαρέθηκα, τα ίδια και τα ίδια. Προτιμώ να σερφάρω στα sites που μ' αρέσουν.

Συνοψίζω:

Την Τετάρτη, τί ωραία που ‘ναι τα blogs, σχέδια για το μέλλον κλπ,
Την Πέμπτη πολύ κακό για το τίποτα, αυτισμός και βαριεμάρα.

Φυσικά, του την έπεσαν διάφοροι, κατηγορώντας τον, προφανώς, για ιδεολογική ασυνέπεια.

Λοιπόν,

Ζήτω η ιδεολογική ασυνέπεια!!!

Προσυπογράφω ΚΑΙ τα δυο σχόλια του Τσαγκαρουσιάνου, έτσι ακριβώς αισθάνομαι κι εγώ.
Τη μία κάνω σχέδια για νέα ποστ, νέα blog (!), ταλανίζομαι μεταξύ μετατροπής του παλιού blog στο νέο blogger ή δημιουργία νέου blog εξαρχής και την άλλη στιγμή είμαι ένα βήμα πριν να πεθάνω τον andy!

Τον βαρέθηκα!
Θανάσιμα τον βαρέθηκα!

Τόσο θανάσιμα, που άρχισα να σκέφτομαι τρόπους για να τον πεθάνω, φαντάστηκα τόσους πολλούς και διασκεδαστικούς που σκέφτηκα να κάνω ένα ξεχωριστό blog με τις διαφορετικές εκδοχές του θανάτου του! (α λα Ρασομόν!)

Εν τω μεταξύ, γιατρέ μου, δεν αισθάνομαι σχιζοφρενής, τουναντίον.
Μου φαίνομαι υγιής, κανονικός, ανθρωπένιος.


Θυμήθηκα και τον Νίκο Δήμου, που μια μέρα φώναξε κι αυτός:

Βαρέθηκα!



Λέει ο don:

Κουράστηκα... Βαρέθηκα!
...
Λοιπόν με βαρεθήκατε, σας βαρέθηκα, πάω για ψάρεμα.
(απ’ το Αγγλικό Gone Fishin’, η έκφραση έχει και την μεταφορική σημασία "την κοπανάω")

Και πιο κάτω:

Ο Λαφάρζ (γαμπρός του Μαρξ) έγραψε για το "δικαίωμα στην τεμπελιά". Κάποιος (ίσως ο "βαρετός") να γράψει για το δικαίωμα στην βαρεμάρα.

Όταν λέω πως βαριέμαι το μπλογκ είναι σαν να λέω ότι βαριέμαι εμένα.


Και κάτι άλλο αισθάνομαι για τα blog, που είναι το ίδιο μ’ αυτό που λέει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ (ο ίδιος το λέει για τα βιβλία, δεν έχει σημασία), στο (εξαιρετικό) άρθρο του

Κάτω τα καλά βιβλία!

Με τόσα εργαστήρια «δημιουργικής γραφής» που υπάρχουν σήμερα, τόσους διαγωνισμούς διηγήματος για την προσέλκυση «νέων ταλέντων», τόσες αναγνωστικές εμπειρίες όλο και περισσότερων ανθρώπων, τόση «λογοτεχνίτιδα» γύρω μας (για να δανειστώ έναν όρο του Βασίλη Βασιλικού), είναι δύσκολο πια να γραφτούν κακά βιβλία. Σχεδόν όλα τα βιβλία που εκδίδονται στις μέρες μας είναι καλογραμμένα, έχουν στρωτή, σε όχι σπάνιες περιπτώσεις ζωηρή γλώσσα, έχουν ικανοποιητική αφηγηματική τεχνική, γλαφυρές περιγραφές, χιούμορ, πολύ συχνά έχουν και έξυπνες ιδέες.
Μόνον ένα πράγμα δεν έχουν: ειδικό βάρος. Πρωτοτυπία. Προσωπικότητα.


Ο Τσαγκαρουσιάνος έγραψε ότι προτιμά να σερφάρει στα sites που του αρέσουν.

Εμένα πάλι μου λείπει το ειδικό βάρος, μου λείπει να βυθιστώ σ’ ένα κλασικό μυθιστόρημα, στους «Αθλίους», στο «Δον Κιχώτη» ή στo «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο».

Ώσπου να γράψω τη λέξη «Κουαρτέτο» είχα ήδη υπονομεύσει τη διαφυγή μου, η μεθεξιακή μαγεία του κλασικού θα κάνει τον κύκλο της, σκέφτηκα, και θα εκφυλιστεί σε βαριεμάρα του κλασικισμού, αστραπιαία κάνω στροφή 180 μοίρες στο σουρεαλισμό, πετάγομαι στην pop κουλτούρα... μα του κάκου...

Η Πόλις του μεγάλου Αλεξανδρινού
παντού μ’ ακολουθεί.


Με βαρέθηκα.



Ο πίνακας είναι του Jackson Pollock και λέγεται "Yellow, Gray, Black", 1948

Πέμπτη, Ιανουάριος 11, 2007

Angel blues

Απόψε είπα να κάνω τον vj, ψώνισα απ’ το youtube και κάνω παιχνίδι, με γυναικείες φωνές, θλιμμένες, ουράνιες, αγγελικές κι ανθρώπινες, δεν θυμάμαι ποιος είχε πει ότι οι γυναίκες είναι... πιο άνθρωποι.
Ποτέ δεν με έριχναν τα θλιμμένα τραγούδια, το αντίθετο μάλιστα, μου λειτουργούν σαν ομοιοπαθητική
θεραπεία.
Με ιδιαίτερη υπερηφάνεια παρουσιάζω κατά σειρά εμφάνισης τέσσερις Μεγάλες Κυρίες.


Hope Sandoval, το ξωτικό των Mazzy Star, στο «Fade Into You», Elizabeth Fraser, με το σχήμα των This Mortal Coil, side project των Cocteau Twins, ερμηνεύει, όσο πιο minimal μπορεί, το «Song to the Siren» του Tim Buckley, PJ Harvey στο ελεγειακό «Send his love to me» και… last but not least… Patti Smith σ’ ένα απ’ τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια ever, το «Dancing barefoot», σε live εκτέλεση με κιθάρα-φωνή.
Enjoy!













Δευτέρα, Ιανουάριος 01, 2007

Πρώτη Πρωτοχρονιά




Όταν ήμουν παιδί, δεν ήθελα παιδί.
Όταν την είδα, θέλησα να το κάνω.
Δεν φανταζόμουν τη ζωή μ’ ένα παιδί.
Δεν την φαντάζομαι χωρίς.

Τεσσάρω μηνών,
πως πέρασ’ ο καιρός;

Πρώτη Πρωτοχρονιά.
Χώρια,
η αγάπες μου
μίλια μακριά.

Μόνος σε πάρτυ
με φίλους και γνωστούς.
Μα εγώ δε βλέπω άλλους,
δεν ακούω μουσικές.

Βλέπω παντού τη faccia της
κι ακούω τη μικροσκοπική φωνή της.

Λυπημένος
μακριά τους.
Χαρούμενος
για τη ζωή που έρχεται.


Καλή Χρονιά!

Πέμπτη, Δεκέμβριος 21, 2006

Η κατάνυξη του Χριστουγεννιάτικου χοιρινού

Τηγανητό χοιρινό στις 10.00 το πρωί των Χριστουγέννων!

Με κόκκινο κρασί και μια τηγανιά ψιλοκομμένες πατάτες.
Με καλεσμένους τους τρεις θείους και τον καλύτερο οικογενειακό φίλο.


Παράξενο έθιμο που ποτέ δεν κατάλαβα από που κρατάει.
Ο πατέρας μου λέει ότι
όσο φτωχός και να ’ταν ο πατέρας του,
κάθε Χριστούγεννα κατάφερνε να βρει το χοιρινό για να τηρήσει το έθιμο.

Δεν ξέρω όμως αν ο παππούς το ’βγαλε απ’ το μυαλό του
ή πήρε τη σκυτάλη από αλλού.

Σε εποχές που το κρέας το βλέπανε Πάσχα και Χριστούγεννα,
το καταλαβαίνω το χοιρινό βουτηγμένο στο λάδι.
Εκείνο που δεν καταλαβαίνω είναι το γιατί το πρωί;


Παραδόξως, αυτό το «βάρβαρο» έθιμο
είναι η μυρωδιά των παιδικών μου Χριστουγέννων.

Τίποτ’ άλλο δεν θυμάμαι.
Ή μάλλον
τίποτ’ άλλο απ’ όσα θυμάμαι,
δεν ακούγεται πια σα γλυκό παραμύθι.

Ο Αι Βασίλης, τα δώρα, η οικογενειακή γιορτή
κατεδαφίστηκαν εν μία νυκτί από την εφηβική επανάσταση.

Αυτό το έθιμο όμως κατέχει περίοπτη θέση
στο νοσταλγικό διαμέρισμα της μνήμης μου.

Μέσα στα χρόνια κατάλαβα και το γιατί.

Ήταν επαναστατική πράξη το χοιρινό το πρωί!

Και η σημαντική ανατροπή δεν ήταν,
όπως θα περίμενε κανείς, η γαστρονομική -
αυτή ήταν μάλλον το... τίμημα.

Η ανατροπή ήταν κοινωνική,
ανατροπή του πρέπει και του καθωσπρέπει,
ανατροπή της λογικής και της συνήθειας.

Τα παιδικά μου Χριστούγεννα ήταν


η μέρα κατά την οποία ο πατέρας μου και άλλοι άνθρωποι
που εκείνη την ώρα θα έπρεπε να είναι στις δουλειές τους,
αγχωμένοι και βουτηγμένοι στα προβλήματα της ρουτίνας,
μαζευόντουσαν για να υποστούν τη «βάσανο» του πρωινιάτικου χοιρινού,
πνίγοντας στο κρασί και στα γέλια τους
τα άγχη και τα βάσανα.


Αξέχαστη απόλαυση να τους βλέπεις
να δυσανασχετούν στην πρώτη μπουκιά και γουλιά – κάθε χρόνο!

Σε πέντε-δέκα λεπτά,
οι γκρίνιες γινόντουσαν χαμόγελα

και σε μια ώρα τα μάγουλα παίρναν το χρώμα του κρασιού,
απ’ το αλκοόλ και τα χάχανα – κάθε χρόνο!


Όταν λοιπόν ακούω «θρησκευτική κατάνυξη»,
στο μυαλό μου, ή μάλλον στη μύτη μου,
έρχεται το τηγανητό χοιρινό
των αγουροξυπνημένων Χριστουγέννων μου.


Καλά Χριστούγεννα σε όλους.

Τετάρτη, Δεκέμβριος 06, 2006

Ένα απρόσμενο σουβενίρ


Τρία ποστ πριν, μετακομίσαμε.

Το πρώτο βράδυ στο νέο σπίτι διαπιστώσαμε ότι έλειπαν οι δύο μας φωτογραφικές μηχανές.


Είμαστε σίγουροι ότι είχαν κλαπεί στη μετακόμιση.

Η μία ήταν μέσα σ’ ένα συρτάρι, το οποίο μεταφέρθηκε ως είχε, χωρίς να αδειάσει. Η άλλη ήταν σε μία κούτα απ’ την οποία δεν έλειπε τίποτ’ άλλο.

Την άλλη μέρα τηλεφώνησα στον υπεύθυνο της εταιρείας μετακόμισης και του είπα τα καθέκαστα. Μου είπε να ψάξουμε καλά, τους συμβαίνει συχνά και κάποιους μήνες μετά τα χαμένα αντικείμενα βρίσκονται. Του απάντησα ότι είμαστε σίγουροι ότι κλάπηκαν, με ρώτησε που βρίσκονταν οι μηχανές, του απάντησα και τον χαιρέτησα λέγοντας ότι δεν πειράζει, η ζωή συνεχίζεται, αλλά να προσέχει τους εργάτες του.

Μαζί με τις μηχανές χάθηκε και το κέφι μας για το καινούριο σπίτι,

μιας και οι μηχανές κουβαλούσαν και συναισθηματική αξία.

Η μία ήταν συλλεκτική, μία Olympus Ferrari, δώρο που είχα κάνει στη Ferraristi-σύντροφό μου και η δεύτερη μία μικροσκοπική Casio που ήταν δώρο του Νίκου Δήμου στη μπαμπίνα μας (το πρώτο δώρο της ζωής της!).

Δυο μέρες μετά κι ενώ κλαίγαμε τη μοίρα μας, όντας σίγουροι ότι οι μηχανές έκαναν φτερά και δεν υπήρχε περίπτωση να βρεθούν, ο υπεύθυνος της εταιρείας μετακόμισης μας ξανάφερε το χαμόγελο στα χείλη: οι μηχανές βρέθηκαν!

Ρώτησε τους εργάτες του ποιος συσκεύασε εκείνο το συρτάρι, ποιος συσκεύασε εκείνη την κούτα, ήταν ο ίδιος.

Για καλή μας τύχη, ήταν παράνομος μετανάστης,

ο οποίος φοβούμενος τις απειλές του (παράνομου) αφεντικού του, παρέδωσε τις κλεμμένες μηχανές.


Ο έρμος ο μετανάστης μας άφησε ένα απρόσμενο σουβενίρ,

δύο πολύ ωραίες φωτογραφίες, αυτοπροσωπογραφίες,
τις οποίες δεν δημοσιεύω για ευνόητους λόγους.

Τον αναγνωρίσαμε αμέσως, ήταν ένας απ' τους εργάτες της μετακόμισης, ο ψηλέας με το τατουάζ.


Έτσι, δεν θα τον ξεχάσουμε ποτέ,

δεν του κρατάω κακία.

Λάμπει από χαρά στις φωτογραφίες, κρατάει τη μηχανή απέναντί του και αυτοφωτογραφείται στο μετρό.

Είχε το χρόνο να σβήσει τις φωτογραφίες,

πριν παραδώσει τις μηχανές.

Μπορεί και να το ξέχασε.
Μπορεί και να προσπάθησε και να μην τα κατάφερε.


Ηθικόν δίδαγμα.


Αν θέλετε να είστε σωστός επαγγελματίας,

μη μένετε πίσω στις τεχνολογικές εξελίξεις.

Παρασκευή, Νοέμβριος 17, 2006

Un essere di latte



amorino
angiolino
cucciolino
esserino



bellina
cittina
piccina
strullina



bambolina
piccinina
puttanina
tenerina



cioppona
dormigliona
pocciolona
risacchiona


Οι φωτογραφίες είναι της EyetoEye
(σ'ευχαριστώ πολύ!)

Τετάρτη, Νοέμβριος 01, 2006

Πού πάνε τ' αυτοκίνητα;


Σε μια έκθεση αυτοκινήτου βασικά πας:

Για να ονειρευτείς αυτοκίνητα που μάλλον ποτέ δεν θα οδηγήσεις.
Για να δεις όλα τα καινούργια μοντέλα αυτοκινήτων.
Για να δεις πρωτότυπα μοντέλα που δεν θα δεις ποτέ πουθενά αλλού.
Για να δεις δροσερές υπάρξεις (γλάστρες), οι οποίες στο δρόμο δεν θα γύριζαν σε κοιτάξουν, να σου χαμογελούν.

Η τελευταία έκθεση αυτοκινήτου που γίνεται αυτές τις μέρες στην Αθήνα δεν είχε τίποτα απ’ όλα αυτά!

Οπότε, επειδή έχω βαρεθεί και το show στον τομέα των ανταλλακτικών, μάλλον πήγα για τελευταία φορά.
Παρεμπιπτόντως, αν δεν έχετε δει τι γίνεται στα ανταλλακτικά, αξίζει να πάτε μια φορά μόνο γι’ αυτό.

Τρελοί επιστήμονες, τύπου Doc από το Back to the future, διαφημίζουν την πραμάτεια τους: θαυματουργές αλοιφές γυαλίσματος, ενισχυτικά που μετατρέπουν το κάρο σας σε πύραυλο, εξατμίσεις που ακούγονται σαν παρατεταμένη εκτόνωση γαϊδουρινών αερίων, σπόιλερ σε στυλ τραπεζάκια για πικ νικ και ό,τι δεν μπορεί να βάλει ο νους σας.

Ανάμεσα στα αυτοκινητιστικά παραφερνάλια, μικροπωλητές που δεν έχασαν την ευκαιρία: σάμαλι και πασατέμπος, επιστημονικά βιβλία Λιακόπουλου, εικονίσματα «Η Παναγιά μαζί σου», φωτάκια για να κάνετε το αυτοκίνητό σας τσίρκο κλπ, κλπ.

Κυρίαρχες φυλές η «σεβεν-τίλα», φαβορίτα Κόκοτα-χρυσή καδένα και η «εϊτίλα» Γαρδέλης-Ρόδα, τσάντα και κοπάνα.

Κι όλα αυτά υπό το βάρος εκκωφαντικών σαχλομουσικών από ηχεία 100 εκατομμυρίων μεγατόνων για το χαμηλωμένο Fiat Punto σας, oι οποίες διασταυρώνονται μεταξύ τους, ολοκληρώνοντας το σουρεαλιστικό τοπίο.


Για τ’ αυτοκίνητα πήγα, το ξέχασα…


Λοιπόν, παρά τη συνολική μιζέρια (απούσες όλες οι ευγενείς μάρκες: Ferrari, Porsche, Lamborghini κλπ), εμφανίστηκαν καμιά εικοσαριά καινούργια μοντέλα, τα πιο ενδιαφέροντα εκ των οποίων κατά τη γνώμη μου ήταν τα εξής:

Alfa Romeo Spider (όμορφη, αλλά πατάτα)
Opel GT (πιο άσχημο απ’ το Speedster, αλλά πολύ τολμηρό για Opel)
Mercedes GL (το άγριο θηρίο εξημερώθηκε)
Μercedes CL (και τρίτη όμορφη Merc τα τελευταία χρόνια, κάτι αλλάζει στη Στουτγκάρδη…)
Subaru Tribecca (βραβείο ασχημότερης φάτσας, σχεδιασμένη από Έλληνα)

Να πω ότι δεν θεωρώ καινούργια τα Opel Corsa, Clio Sport, Fiat Sedici, Golf TSI και πολλά άλλα, διότι τα βλέπω ήδη στους δρόμους.

Όμως το βραβείο μου πηγαίνει στο
Skoda Roomster, το οποίο ήταν πράγματι μια ευχάριστη έκπληξη.

Πρόκειται για ένα μίνι MPV με τολμηρή, funky εμφάνιση και έξυπνη σχεδίαση. Δείχνει να ξέφυγε κατά λάθος απ’ το σχεδιαστικό τμήμα της (μαμάς) VW.
Δεν νομίζω να πετύχει εμπορικά, αλλά θα χαίρομαι κάθε φορά που θα βλέπω ένα στο δρόμο.

Κατά τα άλλα, ουδέν νεώτερον από το αυτοκινητιστικό μέτωπο.




Ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς γίνεται οι σχεδιαστές της Toyota να καταφέρνουν να σχεδιάζουν τόσο αδιάφορα αυτοκίνητα;
Την ίδια στιγμή που η Toyota είναι μακράν η πιο επιτυχημένη αυτοκινητοβιομηχανία και δεν ξέρει πώς να επενδύσει τα υπερ-κέρδη της!
Και πάνω που πάω να πιστέψω ότι κάτι παραπάνω ξέρουν αυτοί από μένα, αλλάζουν πουκάμισο και βγάζουν το Aygo, το νέο Yaris, ενώ έρχεται ανανεωμένο και επιτέλους ολίγον σέξυ, το νέο Corolla, που αλλάζει και όνομα, θα λέγεται
Auris.
Eίναι τρελοί αυτοί οι Ιάπωνες…



Αυτοί οι άτιμοι οι Ιάπωνες, φτιάχνουν τα καλύτερα (φτηνά και μεσαία) αυτοκίνητα στον κόσμο, αλλά όταν πάνε να τα κάνουνε σπορ, κάνουν διαγωνισμό ασχημόπαπου (εξαιρείται η Nissan): το τελευταίο έκτρωμά τους το πρωτότυπο Honda Civic Type R, θα γίνει το νέο φετίχ του Μπουρναζίου.

Αμ, αυτοί οι Ιταλοί; Πού είναι αυτοί οι κινητήρες που με έκαναν, μικρό παιδί, να τους αγαπήσω; Πού είναι τα ελαφριά Ιταλικά σπορ (Alfa Romeo Veloce, GTV, Fiat Coupe κλπ); Είναι δυνατόν οι Alfa Romeo να είναι τόσο βαριές κι αργές;
Για να δούμε αν το come back της Lancia θα ταράξει τα νερά.
Η Fiat πάντως δείχνει σημάδια βελτίωσης, μ’ εντυπωσίασε η ποιότητα κατασκευής του Grande Punto.

Οι Γάλλοι ψάχνονται, ακούγεται ολοένα και περισσότερο μια συνεργασία μεταξύ Renault και General Motors, ενώ η Αγγλική αυτοκινητοβιομηχανία αποτελεί εδώ και χρόνια ουσιαστικά παρελθόν.
Mini, Land Rover, Jaguar, Aston Martin, Bentley, Rolls Royce, TVR ανήκουν πλέον σε Γερμανούς, Αμερικάνους και Ρώσους (!)

Τη σημαία της Ευρώπης κρατάνε όρθια οι Γερμανοί (στα ακριβά), ενώ οι Κορεάτες κερδίζουν την πίτα στα φθηνά και διαβλέπουν κίνδυνο μόνο απ’ το γίγαντα που κοιμάται, την Κίνα.

Για την ώρα πάντως, μόνο οι Γερμανοί κι οι Κορεάτες αντέχουν την Γιαπωνέζικη σαρωτική επιδρομή, ενώ οι πάλαι ποτέ κραταιοί Αμερικάνοι βυθίζονται στο μαύρο σκοτάδι.




Σε εποχές προ-παγκοσμιοποίησης, οι Αμερικάνοι, πουλώντας αυτοκίνητα στη χώρα τους, έχτισαν τις μεγαλύτερες αυτοκινητοβιομηχανίες στον κόσμο.

Τώρα, στο παγκόσμιο χωριό, αποδεικνύονται ολίγοι και δείχνουν να χάνουν το παιχνίδι.

Είναι απίστευτο πόσο λάθος δρόμο τραβάνε οι Αμερικάνοι στ’ αυτοκίνητα. Και βέβαια, το πληρώνουν ήδη ακριβά. Οι δυο γίγαντες της παγκόσμιας αυτοκινητοβιομηχανίας, η General Motors και η Ford πνέουν τα λοίσθια, καταγράφοντας τεράστιες ζημιές δισεκατομμυρίων δολαρίων τα τελευταία πέντε χρόνια και μπορούν να ανακάμψουν με τίποτα. Τα σχέδια αναδιάρθρωσης των manager αποτυγχάνουν το ένα μετά το άλλο - τα πτυχία δεν φτάνουν για να αντέξεις σ’ αυτήν την απίστευτα απαιτητική αγορά…

Κι ας μην ξεχνάμε ότι η βιομηχανία των αυτοκινήτων είναι ένας πρωτοπόρος, ώριμος κλάδος που διδάσκει πολλά και άλλους κλάδους…

Επίσης, είναι ένας από τους στυλοβάτες της οικονομίας, άρα η διαφαινόμενη κατάρρευση των αμερικάνικων αυτοκινητοβιομηχανιών θα δημιουργήσει τσουνάμι κοινωνικών και οικονομικών αλλαγών στον παγκόσμιο χάρτη.



Σε μια εποχή που όλα τα αυτοκίνητα είναι καλά και μοιάζουν ολοένα και περισσότερο μεταξύ τους, φαίνεται δυσκολότερο από ποτέ να επιβιώσει ένας κατασκευαστής αυτοκινήτου.

Πριν 30 χρόνια υπήρχαν 40 γνωστές μάρκες αυτοκινήτου, σήμερα έχουν απομείνει καμιά 30αριά, οι οποίες όμως ανήκουν σε group, άρα το πραγματικό νούμερο είναι κάτι σαν 15 και κάποιοι λένε ότι τελικά όσες επιβιώσουν θα μετριόνται στα δάχτυλα του ενός χεριού!!!

Ελπίζω να διαψευσθούν.


Στις φωτογραφίες τρία νέα μοντέλα που ΔΕΝ είδαμε στην Έκθεση Αυτοκινήτου της Αθήνας. Και τα τρία έχουν το νούμερο 8 στο όνομά τους και αποδεικνύουν ότο εξακολουθούν να βγαίνουν όμορφα αυτοκίνητα: Alfa Romeo 8C Competizione, Audi R8 και BMW Z8.

Όλες οι φωτογραφίες από το Αγγλικό Car Magazine.


Σάββατο, Οκτώβριος 14, 2006

Σκέψεις μετακόμισης



Κάθε φορά που μετακομίζεις, συνειδητοποιείς πόσο λιγότερα πράγματα από εκείνα που σε περιβάλλουν σου χρειάζονται αληθινά.

Όσα κρατάς κι ας έχεις καταλάβει ότι δεν σου είναι απαραίτητα δίνουν το μέτρο της αδράνειας που αποκτάς με τα χρόνια και τις δεκαετίες. Είναι το απόβαρο των εμπειριών σου, τα άλατα που αποθέτει η ζωή στους αγωγούς της ψυχής σου.

Αυτό ισχύει και για τα βιβλία μας. Πρόσφατα άλλαξα σπίτι και, συσκευάζοντας το νοικοκυριό μου, επιθεώρησα έναν-έναν (εντάξει, τρόπος του λέγειν) τους περίπου οκτώ χιλιάδες τόμους της βιβλιοθήκης μου.


Εκατοντάδες, ίσως χιλιάδες από αυτούς ξέρω πως δεν θα τους ανοίξω ποτέ πια, και όμως ελάχιστους άντεξα να πετάξω ή να χαρίσω.

Ποτέ άλλοτε δεν είχα αισθανθεί τόσο έντονα ότι γερνάω όσο τη στιγμή που βρέθηκα αντιμέτωπος με αυτή την αδυναμία μου και με τις βαριές - κυριολεκτικά! - συνέπειές της.


Σημασία δεν έχει το πόσα καλά βιβλία διαβάσαμε, αλλά το πόσο αυτά που διαβάσαμε μας διέπλασαν έτσι ώστε να μπορούμε να οραματιστούμε και εκείνα που δεν διαβάσαμε.

Από τα άλλα βιβλία μου, ξεχωρίζω δύο ακραίες κατηγορίες: τα αγαπημένα μου, εκείνα που οι σελίδες τους είναι πάντα βάλσαμο στις πληγές μου και φτερά για τη σκέψη μου, και εκείνα που ελπίζω να τα διαβάσω κάποτε, αλλά φοβάμαι όλο και περισσότερο πως δεν θα προλάβω - άλλη μια υπόμνηση του χρόνου που λιγοστεύει, η σκληρότερη όλων.

Ποιος όμως κατάφερε ποτέ, ακόμη και σε εποχές πιο φειδωλής και εκλεκτικής βιβλιοπαραγωγής, να διαβάσει όλα τα βιβλία που αξίζει να διαβαστούν;



Και μήπως η αναγνωστική επεκτατικότητα δεν ανταγωνίζεται από ένα σημείο και μετά την εντατική, εσωτερική επεξεργασία των αναγνωσμάτων;

Σημασία, σε τελική ανάλυση, δεν έχει το πόσα καλά βιβλία διαβάσαμε, αλλά το πόσο αυτά που διαβάσαμε μας διέπλασαν έτσι ώστε να μπορούμε να οραματιστούμε και εκείνα που δεν διαβάσαμε.


Το παραπάνω κείμενο έγραψε ο Δημοσθένης Κούρτοβικ και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, στις 14/10/2006.



Μετακομίζω αυτές τις μέρες και το κείμενο αυτό μ’ ακολουθεί.

Στη δική μου μετακόμιση, στη θέση των βιβλίων είναι οι δίσκοι.
Πέντε-έξι χιλιάδες θα είναι όλοι μαζί - LP, 10", 7", CD.

Σκουπίζοντας τον ιδρώτα απ’ το κουβάλημα, δυσανασχετώ με τη σκέψη ότι δεν θα ξανακούσω ποτέ στη ζωή μου τους περισσότερους από αυτούς τους δίσκους.

Όχι γιατί είναι κακοί, αλλά γιατί δεν είναι τόσο καλοί ώστε να κατακτήσουν μερίδιο απ’ τον λιγοστό πια διαθέσιμο χρόνο.

Κι αν κάποιοι, για κάποιο λόγο τα καταφέρουν να ξανακουστούν, σίγουρα δεν θα τα καταφέρουν άλλοι, οι περισσότεροι.

Δεν μου πάει να τους πουλήσω, είναι κεφάλαιο της μνήμης μου, είναι το άλας στους αγωγούς της ψυχής μου.

Τους αγόρασα έναν, έναν - θυμάμαι την αγωνία για το πρώτο άκουσμα.

Παλιά μ’ ενδιέφερε ν’ ανακαλύψω πρώτος the next big thing. Τώρα, προτιμώ ν’ ψάξω για μια ακόμη πτυχή ενός χιλιοακουσμένου κλασσικού.

Όταν μεγαλώνεις, τα δευτερόλεπτα βαραίνουν, ο χτύπος του ρολογιού είναι πιο δυνατός.

Δεν αντέχω πια ν’ ακούσω εκατό καινούργια, για να ανακαλύψω πέντε καλά.
Κι ακόμα περισσότερο δεν αντέχω την ιδέα ότι κι αυτά τα πέντε καλά, κατά πάσα πιθανότητα θα μείνουν στη σκιά του Dylan, των Velvet και των Kinks.

Πάντα έλεγα ότι αν και όταν συμβεί αυτό, θα είναι το σημάδι ότι εμφανίστηκαν οι πρώτες εγκεφαλικές ρυτίδες.

Αλλά, όπως λέει, ελαφρώς παραφρασμένος και ο Κούρτοβικ:

«ποιος όμως κατάφερε ποτέ να ακούσει όλους τους δίσκους που αξίζει να ακουστούν; Σημασία, σε τελική ανάλυση, δεν έχει το πόσους καλούς δίσκους ακούσαμε, αλλά το πόσο αυτά που ακούσαμε μας διέπλασαν έτσι ώστε να μπορούμε να οραματιστούμε και εκείνα που δεν ακούσαμε.»

Σάββατο, Σεπτέμβριος 30, 2006

Googleplex

Έτσι ονειρεύομαι την εταιρία μου!









Με ποδοσφαιράκι, μπιλιάρδο, πινγκ-πονγκ.




Με γυμναστήριο, πισίνα, jacuzzi και μασάζ για τον καθένα.




Με διαμόρφωση του προσωπικού χώρου του καθενός απ’ τον ίδιο, όπως εκείνος επιθυμεί.













Με κουζίνα με σπιτικό φαγητό και διαφορετικό μενού κάθε μέρα.





Με καναπέδες για ξάπλα όταν πήζεις.








Με πλυντήρια-στεγνωτήρια για να καθαρίζει όποιος θέλει τ’ άπλυτά του, εν ώρα εργασίας.








Με τα κατοικίδια του καθενός να σουλατσάρουν στα γραφεία.

Με ειδικό playroom για τα παιδιά, θέλω ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ αυτοκινητόδρομο!







Όλες οι φωτογραφίες είναι από τα κεντρικά γραφεία της Google, από το περίφημο Googleplex, στο Mountain View, της California στην Silicon Valley.



Αφιερωμένο εξαιρετικά στην Ελπίδα.

Σάββατο, Σεπτέμβριος 23, 2006

The Man in Black




Ο Johnny Cash ήταν ένας απλός άνθρωπος.
Ένας προικισμένος χωριάτης, γεμάτος ελαττώματα και αδυναμίες.

Μύθος του rockabilly, του rock’n’roll, της country.

Εγώ όμως δεν θα θυμάμαι τoν Άνθρωπο με τα Μαύρα

ούτε για το rockabilly, ούτε για το rock’n’roll, ούτε για την country του.
Θα τον θυμάμαι για την ύστερή του εποχή,
την εποχή των ηχογραφήσεων της σειράς American,
την εποχή του Rick Rubin.

Την εποχή που μπήκε στη ζωή του ο πόνος.


Το ’97 τον πλάκωσε αρρώστια βαριά, αυτόν τον ήδη καταπλακωμένο
(είχε ήδη κάνει διπλό bypass παλιότερα).
Έτσι, άρχισε να πονάει ασταμάτητα,

αναγκάστηκε να μάθει να ξυπνάει και να κοιμάται με πόνους φρικτούς.
Είπε τότε ότι η μόνη στιγμή που δεν πονάει είναι όταν τραγουδάει!
Και το πιστεύω ότι έλεγε την αλήθεια,

το ’βλεπες στο πρόσωπό του.
Το πρόσωπο του,

που δεν ήταν το ίδιο όπως παλιά.

Ο χρόνος συνεργάστηκε με τον πόνο

και του ’σκαψαν το πρόσωπο βαθιά.
Και τη φωνή.
Τόσο βαθιά, που όταν την ακούς,

σου κόβεται η ανάσα.

Ο ύστερος Johnny Cash είναι ο ήχος του πόνου.

Δεν είναι η εμφάνιση, δεν είναι η θεματολογία (θλίψη, πόνος, λύτρωση), δεν είναι καν η σύνθεση το θέμα.
Η ερμηνεία είναι το θέμα.

Αυτή η ανατριχιαστική, σπαρακτική, ελεγειακή ερμηνεία.


Όλα αυτά μου ’ρθαν στο κεφάλι με αφορμή τις συζητήσεις που έχει προκαλέσει η τελευταία διαφήμιση της Nike, αυτή με τις άτυχες και συγκινητικές στιγμές των αθλητών, με μουσική υπόκρουση το «Hurt» στη διασκευή του Johnny Cash.

Έγραψαν αρκετοί bloggers γι’ αυτό, συμφωνώντας οι περισσότεροι στην ενόχλησή τους για τη χρήση του τραγουδιού στη διαφήμιση.
Παλιό το θέμα της χρήσης της Τέχνης από την Αγορά.

Ο καθένας βρίσκει τη δική του μίζερη οπτική γωνιά για να ενοχληθεί.

Άλλος γιατί διαφημίζει παπούτσια,
άλλος γιατί κόπηκαν από τη διαφήμιση οι τελευταίοι στίχοι του τραγουδιού,
άλλος γιατί τώρα τον θυμήθηκαν τον μακαρίτη;
άλλος γιατί θέλει τον ήρωα μόνο δικό του,
άλλος γιατί η Nike είναι αμερικάνικη.

Αφήστε τους άλλους να κοιτάνε το δάχτυλο

και απολαύστε το συγκλονιστικό video του τραγουδιού
και τη διαφήμιση.


Συνθέτης: Trent Reznor (Nine Inch Nails) από το άλμπουμ του 1994 «The Downward Spiral»

Ερμηνευτής: Johnny Cash από το κύκνειο άλμπουμ του, το «American IV: The Man Comes Around» του 2003.
Δημιουργοί διαφήμισης: Oliver Frank και Paulo Martins

Σάββατο, Σεπτέμβριος 16, 2006

Εμετικό πρίμο σεκόντο

Είναι φορές που διαβάζεις κάτι και λες "ναι, έτσι ακριβώς ήθελα να το πω κι εγώ". Απόσπασμα του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου από τη σημερινή Ελευθεροτυπία:




Ο καλύτερος ίσως ποπ interviewer της Αγγλίας, ο Piers Morgan, παίρνει συνέντευξη στο τελευταίο «GQ» από την Πάρις Χίλτον. Από πολλές απόψεις, αυτό το κομμάτι είναι ένα δίδαγμα. Δείχνει ότι όντως όλα τα ζητήματα λαϊκής κουλτούρας έχουν ψωμί αν αντιμετωπιστούν σοβαρά, γιατί καθρεφτίζουν την κατάσταση της κοινωνίας. Δείχνει επίσης ότι πίσω από τις περσόνες της τσιχλόφουσκας, τύπου Πάρις, ενδέχεται πολλές φορές να κρύβεται μια μεθοδική επιχειρηματίας, που ξέρει να χειρίζεται καλά εκείνους που νομίζουν ότι τη χειρίζονται. Φαντάζομαι, κάτι τέτοιο νομίζει ότι κάνει ο Χατζηνικολάου, όταν συνομιλεί με ύφος καθηγητή από γυμνάσιο της Πρέβεζας με τη συγκλονιστική Ελλη Κοκκίνου ή τη δραματική Πέγκυ Ζήνα. Μόνο που δεν κρατά εκείνη τη σωτήρια απόσταση που θα τον κάνει να δει καθαρά το φαινόμενο και να το προβάλει πάνω στα φαινόμενα της κοινωνίας. Ουσιαστικά συμφύρεται με τις τραγουδιάρες και καταλήγει σε ένα εμετικό πρίμο σεκόντο. Αυτή η συνέντευξη της Πάρις Χίλτον, όπως και όλες οι συνεντεύξεις που δημοσιεύει π.χ. η «Guardian» με ποπ είδωλα (τις προάλλες είχε τον -σιτεμένο πια- πρωταγωνιστή τού «Baywatch») είναι η δόξα και η ελευθερία της καλής δημοσιογραφίας που θεωρεί, ό,τι υπάρχει, αντικείμενό της, αρκεί να το βλέπει από το ύψος τής στοχαστικής ματιάς.

Σάββατο, Σεπτέμβριος 09, 2006

Ένα πρόβλημα για κάθε λύση



Το πρόβλημα δεν ήταν ότι κάναμε παιδί.
To πρόβλημα ήταν ότι (α) η μητέρα δεν είναι ελληνίδα και (β) δεν είμαστε παντρεμένοι.

Μία παρέκκλιση άντε και να την αντέξει το ελληνικό δημόσιο, δύο πάνε πολλές…

Μου άρεσε που υπήρχε Ληξιαρχείο μέσα στο μαιευτήριο, μου φάνηκε βολικό, πίστεψα ότι δεν θα χρειαζόταν να ταλαιπωρηθώ για να δηλώσω το παιδί…

Η πρώτη επίσκεψη ήταν για να δω τι χρειάζεται για να δηλώσουμε το νεογέννητο βλαστάρι μας.

Υπήρχαν τρία κολλημένα Α4 στο τζάμι του Ληξιαρχείου.

Το ένα έλεγε «Απαγορεύεται το κάπνισμα».
Αρχικά μου φάνηκε περίεργο, με την έννοια του περιττού (ποιος καπνίζει μέσα σε μαιευτήριο;), αλλά μετά σκέφθηκα, στην Ελλάδα είμαστε…

Μετά πρόσεξα ότι το χαρτί δεν έγραφε «εξαιρούνται οι υπάλληλοι του Ληξιαρχείου», οπότε, το γεγονός ότι οι δύο στους τρεις υπαλλήλους κάπνιζαν, το εξέλαβα ως στοιχείο προοικονομίας για το ότι δεν θα ίσχυαν ακριβώς αυτά που έγραφαν και τα άλλα χαρτιά…

Το δεύτερο χαρτί έλεγε:

Ώρες λειτουργίας: Δευτ, Τρ, Πεμ, Παρ, Σαβ 9.00 – 13.00, Τετ 14.00 – 18.00

Άθροισα τις ώρες, λίγες μου φάνηκαν. Σκέφθηκα, θα δουλεύουν και ώρες κλειστές στο κοινό, ας μην τους κακολογήσω.

Το τρίτο χαρτί έλεγε:

(α) Αν είσαστε παντρεμένοι χρειάζεται αυτό κι αυτό… δεν μ’ ενδιέφερε.
(β) Αν δεν είσαστε παντρεμένοι χρειάζεται Ταυτότητα και φωτοτυπία της ταυτότητας της μητέρας.


Στη δεύτερη επίσκεψη ο κακός οιωνός ήταν ένας Γερμανός μπαμπάς που είχε "καταλάβει" το ένα απ’ τα τρία γραφεία - ήταν εκεί πριν φθάσω εγώ και δεν είχε φύγει, όταν εγώ έφυγα.

Δεν καταλαβαίνω Γερμανικά, αλλά μου φάνηκε πάρα πολύ θυμωμένος. Όταν δεν μονολογούσε στα Γερμανικά, μιλούσε Αγγλικά και προσπαθούσε να καταλάβει τη γλώσσα που του μίλαγε η υπάλληλος (έμοιαζε με Αγγλικά).

Ήταν σε απόγνωση, τον λυπήθηκα, υπέθεσα ότι πληρώνει ψυχολογικές αποζημιώσεις για τα θύματα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου.

Πήγα προετοιμασμένος με όλα τα απαραίτητα έγγραφα αλλά και με την αίσθηση ότι θα μου ζήταγαν κάποιο έγγραφο παραπάνω, ότι κάπου θα κόλλαγε η ιστορία.

-- Χρειάζεται κάποιο έγγραφο που να λέει ότι η σύντροφός σας είναι διαζευγμένη.
-- Και γιατί δεν το γράφετε στο χαρτί που έχετε έξω και μας παιδεύετε;
-- Εεεε, δεν το γράφουμε, έξω γράφουμε τα βασικά... Α, ναι, να μην το ξεχάσω: επειδή είναι ξένη χρειάζεται και επίσημη μετάφραση.




Την τρίτη φορά έφταιγα ξεκάθαρα εγώ.

Αφού είχα δει ότι συνήθως έχει ουρά 10-15 μαντράχαλους, γιατί πήγα στις 12.15 αφού κλείνουν στις 13.00;
Κι αφού πήγα, γιατί δεν έφυγα, όταν κατάλαβα ότι όταν έρθει η σειρά μου θα είναι 13.04;
Έπρεπε να προβλέψω ότι δεν θα συγκινηθούν από το γεγονός ότι περίμενα στην ουρά για τρία τέταρτα.

Την τέταρτη φορά πήγα με σιγουριά ότι θα ήταν και η τελευταία. Αιθανόμουν σαν καραβανάς στο στρατό. Είχα περιμένει τόσες ώρες έξω απ’ αυτό το Ληξιαρχείο, που το αισθανόμουνα σαν δικό μου, το πονούσα.
Αν περνούσε η καθαρίστρια, θα της υποδείκνυα σε ποια σημεία να καθαρίσει...

Όπως περίμενα στη σειρά δωδέκατος, ενδέκατος, δέκατος,
προσπαθούσα να υπολογίσω σε ποιον από τους τρεις υπαλλήλους του Ληξιαρχείου θα πέσω.
Παρακαλούσα να μην πέσω σ’ αυτήν που κάπνιζε στριφτά,
γιατί καθυστερούσε λόγω στρίψιματος, αλλά και γιατί μίλαγε ασταμάτητα στο κινητό (συνήθως την έπαιρναν, αλλά τηλεφωνούσε κι εκείνη, όσο οι δεκάδες χαζομπαμπάδες περιμέναμε στην ουρά). Μάθαμε όλα τα νέα της οικογενείας της, της καλύτερής της φίλης, μιας άλλης φίλης της, λιγότερο καλής.

Δυστυχώς έπεσα στην στριφτοπολυλογού.

Όταν άκουσα ότι το χαρτί, που τόσο με είχε παιδέψει να αποκτήσω, δεν ήταν σωστό, κατέρρευσα.

-- Μα, κύριε μου, δεν γράφει την ημερομηνία του διαζυγίου.
-- Και είναι απαραίτητο να το γράφει;
-- Βεβαίως, διότι αν χώρισε την προηγούμενη εβδομάδα;
-- Σωστά,
σκέφθηκα, έχει δίκιο η θεριακλού.
Και γιατί δεν μου το 'πατε την προηγούμενη φορά ότι χρειάζεται και η ημερομηνία;
-- Εεεεε, αυτό είναι αυτονόητο.


Όταν άκουσα τη λέξη «αυτονόητο», μου ’ρθε μία σκοτοδίνη, ένα σύννεφο θυμού θόλωσε το οπτικό μου πεδίο, χλιμίντρισα και ξερουθούνιασα. Θυμήθηκα τη μπαμπίνα μου και είπα, άντε, ’ντάξει, δεν πειράζει, παμ’ παρακάτω.


Την πέμπτη φορά, όταν ήρθε η σειρά μου, με χαιρέτησαν και οι τρεις υπάλληλοι – είχαμε γίνει φιλαράκια πια. Με είχαν δει και οι τρεις, όση ώρα περίμενα στην ουρά και τους είχα δει ότι με είχαν δει. Διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας και ανταλλάξαμε ένα νεύμα που το εξέλαβα ως «έλα, υπομονή, τελειώνεις».

Ήρθε κάποτε η σειρά μου, παρέδωσα το πολύτιμο πακέτο στην υπάλληλο, η οποία αφού το μελέτησε προσεκτικά μου λέει:

-- Όλα τα χαρτιά είναι εντάξει, αλλά...
-- Τι αλλά; Δεν υπάρχει αλλά! ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΛΛΑΑΑΑ,
αλάλαζα.
-- Πρέπει να έλθει η σύντροφός σας να κάνει την κατάθεση.
-- Έχω ήδη έλθει τέσσερις φορές, τις τρεις τελευταίες μόνος, χωρίς τη σύντροφό μου – δεν μπορούσατε να μου το πείτε;;;


Με το αίμα στο κεφάλι, αισθάνθηκα ότι με εμπαίζουν.
Δεν πίστευα πια ότι είναι τεμπελιά, αδιαφορία, έλλειψη επαγγελματισμού, έλλειψη σεβασμού, έλλειψη παιδείας ή όπως θέλετε πέστε το. Πίστευα ότι έχουν προσωπικά μαζί μου.

Όταν το αίμα κατέβηκε απ’ το κεφάλι, θυμήθηκα τον Πάσχο Μανδραβέλη που θυμήθηκε τι είχε πει κάποτε ο λόρδος Σάμιουελ και παρηγορήθηκα λιγάκι: «Δημόσιος υπάλληλος είναι εκείνος που έχει ένα πρόβλημα για κάθε λύση».



Όταν η σύντροφός μου επιστρέφοντας από την έκτη επίσκεψη στο Ληξιαρχείο για να καταθέσει τα χαρτιά (χρειάστηκε και έβδομη για να πάρουμε το πιστοποιητικό στα χέρια) μου διαμαρτυρήθηκε για ποιο λόγο τη ρώτησαν ποιο είναι το θρήσκευμά της κι όταν εκείνη απάντησε «τι σχέση έχει αυτό με το παιδί;» , αυτοί απάντησαν «α, εντάξει... άθεη» δε βρήκα το κουράγιο ν’ απαντήσω…

___________________________________________________________

Υ. Γ. Νίκου Δήμου: Ο μεγαλοπρεπής γραφειοκράτης που υπογράφει και το ακατανόητο έγγραφο με τις τεράστιες υπογραφές και σφραγίδες είναι έργα του Saul Steinberg. H τελική γελοιογραφία του Κώστα Μητρόπουλου.


Το κείμενο αυτό φιλοξενήθηκε στο
doncat στις 29/7/2006. Η εικονογράφηση έγινε από τον Νίκο Δήμου. Τα σχόλια των επισκεπτών του doncat μπορείτε να τα βρείτε ΕΔΩ, όπου και, αν θέλετε, μπορείτε να αφήσετε και το δικό σας σχόλιο.

Παρασκευή, Σεπτέμβριος 01, 2006

Αυτή η ομάδα ΔΕΝ είναι Ελληνική!

Είμαι κατενθουσιασμένος με την Εθνική Μπάσκετ.

Κι απ’ ό,τι φαίνεται δεν είναι λόγω της κόρης μου.
Απόδειξη ότι έφθασαν στους 4 του κόσμου!

Σε λίγες ώρες παίζουμε ημιτελικό με τις Η.Π.Α.
Και να χάσουμε, δεν μειώνεται το κατόρθωμα της ομάδας.

Στην κορυφή της Ευρώπης έχουμε πατήσει τρεις φορές,
αλλά σε επίπεδο πλανήτη δεν έχουμε μπει στην 3άδα σε κανένα δημοφιλές ομαδικό σπορ μέχρι σήμερα.

Αυτή η ομάδα, κατά την ταπεινή μου γνώμη, (τηρουμένων των αναλογιών) δεν έχει σχέση με την ποδοσφαιρική ομάδα του Ρεχάγκελ που σήκωσε το τιμημένο – είναι πολύ ανώτερη.

Η ομάδα του Ρεχάγκελ ήταν πυροτέχνημα και έχει ήδη σβήσει,
παρότι το κατόρθωμά της θα ’πρεπε να είναι διδακτικό για μας.

Απ’ την άλλη, η πρωταθλήτρια Ευρώπης ’87 στο μπάσκετ, του Γκάλη, του Γιαννάκη κλπ, ήταν καλή ομάδα, αλλά βασισμένη σε μεμονωμένες μονάδες: 2 σούπερ-παίκτες, 2 πολύ καλοί (Φασούλας, Χριστοδούλου), πολύ φιλότιμο, εξέδρα και τύχη.

Αυτό που χαίρομαι στη σημερινή ομάδα, παρέα με τις μέχρι τώρα 7 στις 7 νίκες, είναι η φύση της.

Αυτή η ομάδα ΔΕΝ είναι Ελληνική!


Έχει όλα τα καλά στοιχεία που
ΔΕΝ έχουμε οι σύγχρονοι Έλληνες και
ΔΕΝ έχει τα στραβά μας.

Πριν με κατατάξετε στους ανθέλληνες, σκεφθείτε λίγο.

Η σημερινή ομάδα:

(α) έχει καλό προπονητή
(β) έχει ομαδικό πνεύμα
(γ) έχει βάθος – όλοι οι παίκτες ισάξιοι
(δ) δεν βασίζεται στην υπερβολή, σε σούπερ ταλέντα, παίκτες-ντίβες-σταρ
(ε) έχει κάνει καλή προετοιμασία
(στ) παίζει και για το αποτέλεσμα και για το θέαμα
(ζ) είναι πειθαρχημένη – δεν υπάρχει η παραμικρή αμφισβήτηση στην εξουσία (ο προπονητής και η διαιτησία, εν προκειμένω)
(η) δεν είναι μεμψίμοιρη - τραυματίστηκε βάρβαρα και άδικα ο Ζήσης, το αντιμετώπισαν νηφάλια και στωικά
(θ) δεν ψάχνει δικαιολογίες - δεν τους φταίει το… κακό γήπεδο, ο καιρός, τα άστρα
(ι) είναι προσγειωμένη και αποτελεσματική - μιλούν λίγο και κάνουν πολλά
(κ) δεν είναι ρατσίστρια – πρωταγωνιστής ο Σχορτσιανίτης
(λ) οι παίκτες της είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία μορφωμένοι, φαίνονται ισορροπημένοι άνθρωποι που βασίζονται σε εαυτούς και δεν περιμένουν από τρίτους
(λ) αγαπούν τη δουλειά τους και δίνονται σ’ αυτήν - χαίρονται να παίζουν

Ξαναδιαβάστε τα παραπάνω βάζοντας στη θέση της ομάδας μπάσκετ την Ελληνική κοινωνία.

Τι απ’ όλα αυτά ισχύει;

ΤΙΠΟΤΑ!




Γι’ αυτό σας λέω, αυτή η Εθνική Ελλάδος ΔΕΝ είναι Ελληνική!


Εύχομαι να το καταλάβουμε αυτό,
πιο πολύ κι απ’ ό,τι εύχομαι να λυγίσουμε και τους Αμερικάνους σε λίγη ώρα...

Παρασκευή, Αύγουστος 25, 2006

O Μαγικός Κήπος


Γεννήθηκα με άγχος.

Ή έστω, έχω άγχος από τότε που με θυμάμαι.

Όχι, δεν ήξερα τότε πως το λένε.

Αλλά το σφίξιμο στο στομάχι ήταν το ίδιο…

Ίσως όλα ξεκίνησαν από το σχολικό που ερχόταν να με πάρει το πρωί στις 7.00. Ήταν το πρώτο νηπιαγωγείο – είχα χάσει χρόνο, πήγα και δεύτερο.

Μπορεί να ’ταν αυστηρός ο οδηγός του σχολικού, μπορεί το αίσθημα ευθύνης μου να μην τους καθυστερήσω, δε θυμάμαι πια.

Η ουσία είναι ότι κάθε πρωί, τεσσάρω χρονώ, ξεκινούσα τη μέρα μου μ’ εμετό. Όλο το χρόνο κράτησ’ αυτό.

Την επόμενη χρονιά, ξαναπήγα νηπιαγωγείο, όχι όμως με σχολικό αυτή τη φορά. Τώρα πήγαινα στη γειτονιά, περπατώντας κάθε πρωί με τη μαμά μου (τότε ήταν ακόμα μαμά, πολύ αργότερα έγινε μάνα…)

To πρόβλημα δεν έλεγε να με ξεχάσει, ώσπου η λύση βρέθηκε στο Μαγικό Κήπο.

Στο δρόμο μεταξύ σπιτιού και νηπιαγωγείου υπήρχε ένας μεγάάάάάλος κήπος μυστηριώδης. Περιβαλλόταν από ένα ασβεστωμένο τοίχο τόσο ψηλό που όσο και να πηδούσα δεν μπορούσα να δω τι είχε μέσα.

Άλλωστε, ήταν πολύ επικίνδυνο να κοιτάω μέσα, αν μας έβλεπε η Μάγισσα, ποιος ξέρει τι μάγια θα μας έκανε!

Μια φορά μόνο, θυμάμαι, με σήκωσε η μαμά μου στα χέρια της και είδα τι είχε μέσα. Ήταν γεμάτος δέντρα και θάμνους. Τίποτα δεν έδειχνε ότι ήταν μαγικός.

Όμως, κάποιος είχε μαρτυρήσει στη μαμά μου ότι μέσα στο μαγικό κήπο υπήρχε ένα μαγικό βότανο που μπορούσε να με κάνει καλά.

Κάθε πρωί, η μαμά μου πλησίαζε προσεκτικά κι έκοβε ένα κλαρί απ’ το μαγικό βότανο, μου το ’βαζε στη μύτη και μόλις το μύριζα, γινόμουν με μιας καλά!

Φαίνεται ότι τότε, ευτυχώς, δεν γνώριζα τι είναι αυθυποβολή, ούτε placebo, αλλά κάθε φορά που μυρίζω δενδρολίβανο

το θυμάμαι…

Το κείμενο αυτό παρουσιάστηκε στις 21/8/2006 στο blog του Σταύρου Κατσαρή, στα πλαίσια του αφιερώματος στα λουλούδια και στα φυτά. Αν θέλετε να διαβάσετε τα σχόλια ή ν' αφήσετε το δικό σας σχόλιο, μπορείτε να το κάνετε ΕΔΩ.

Τρίτη, Αύγουστος 22, 2006

Eccola!




H bambina του Andy σε πρώτη παγκόσμια πρεμιέρα!




To στοχαστικό ύφος παραπέμπει στην γνωστή επίκληση:

"Σε τι κόσμο με φέρατε..."

Μακάρι να ζήσει σε ένα καλύτερο!

Κυριακή, Αύγουστος 20, 2006

Γέννεσις



Απόψε έγινα μπαμπάς.

Η σύντροφός μου
έφερε στον κόσμο
μια όμορφη μπαμπίνα.

Όλα καλά.


Είμαι ευτυχισμένος.


Σάββατο, Αύγουστος 19, 2006

O μαύρος πρίγκηπας



Στην ερώτηση ποιον, ένα και μοναδικό, δίσκο
θα έπαιρνα στο ερημονήσι,
δεν δίνω πάντα την ίδια απάντηση.
Εξαρτάται απ’ τη διάθεσή μου.

Αν κατέγραφα αυτήν την απάντηση καθημερινά

και άθροιζα τις απαντήσεις,
ο δίσκος που ίσως συγκέντρωνε τις περισσότερες ψήφους
θα ήταν το «Forever Changes» των Love του Arthur Lee.

Και να ’ταν μόνο
ο «ύμνος» "Alone Again Or"
και το "A House Is Not a Motel"
και τα υπόλοιπα του «Forever Changes»;

Ο ευφυής αυτός λυρικός μας χάρισε
και το «Can't Explain»
και το "Seven & Seven Is"
και το "She Comes in Colors"
και τόσα και τόσα άλλα πανέμορφα διαμάντια.


Αλλά η ζωή του φέρθηκε πολύ πρόστυχα.

ΟΚ, ήταν μαύρος στην Αμερική του ’60,
δεν είχε φωτογένεια,
δεν ήταν γεννημένος σταρ σαν τον φίλο του τον Hendrix,
δεν καταλάβαινε από συμβόλαια, καριέρες, marketing και τέτοια –
το μυαλό μου το εξηγεί, η καρδιά μου δεν το αντέχει…

Το ’ζησαν στο πετσί τους
κι ο Johnny Cash και o Rob Younger κι o Ray Davis
και τόσοι άλλοι τεράστιοι,
τεράστια αδικημένοι…

Παρότι ο Arthur Lee έγινε cult και αναγνωρίστηκε
από συναδέλφους μουσικούς, κριτικούς και το πιο ψαγμένο κοινό,
ποτέ δεν γνώρισε μεγάλη επιτυχία.

Έζησε μες στη μαύρη φτώχεια,
μέχρι και φυλακή έκανε για μια σαχλαμάρα, για ένα πλημμέλημα (παράνομη οπλοκατοχή) που μόνο στην Καλιφόρνια με ρατσιστή κυβερνήτη θα μπορούσε να είχε καταδικαστεί.

Το αισιόδοξο είναι ότι όσο περνάν τα χρόνια, τόσο μεγαλώνει η φήμη του.

Οι δίσκοι του πουλάνε ολοένα και περισσότερο,
αρχίζουν να θεωρούνται κλασικοί από ανθρώπους που δεν είχαν καν γεννηθεί όταν κυκλοφόρησαν.
Ελπίζω σιγά-σιγά, από ημίθεος του Mojo, να προβιβαστεί σε πρωταγωνιστής του Billboard…

Τι κρίμα να μην είναι δω, να το χαρεί.


Ο Arthur Lee έφυγε πριν λίγες μέρες.


Είχα την τύχη να προλάβω να τον δω να τραγουδάει ζωντανά,
όχι όμως να τον γνωρίσω και προσωπικά.



Πονάω όμως σαν να έφυγε ένας δικός μου άνθρωπος.

Πονάω και θέλω σε κάποιον να το πω.


Cheers Arthur!
Στην υγειά μας, παιδιά!

Τετάρτη, Αύγουστος 09, 2006

Ομφάλιος Κόρος



Γράφει η αγέννητη κόρη του andy dufresne


Γκντοοοουπ!

Δεν αντέχω άλλο, σου λέω, βαριέμαι εδώ μέσα.

Κλοοοοοτς!

Τι θα γίνει, οχτώ μήνες μ’ έχετε να πλατσουρίζω μες στα πλακουντόνερα, κ-ο-υ-ρ-ά-σ-τ-η-κ-α, σου λέω.

Ζντοοοουπ!

Δεν φτάνει που δεν με ρωτήσατε αν θέλω να υπάρξω, με έχετε κλεισμένη εδώ μέσα κι όλο υπομονή, υπομονή κι υπομονή μου τσαμπουνάτε.

Έχω πήξει στην κωλοτούμπα και στις βουτιές μέσα δω στα σκοτάδια - ρε daddy, κάνε κάτι, σε παρακαλώώώώ. Μίλα με το γιατρό, πες της μαμάς να κάνει καισαρική, κλεοπατρική, ό,τι υπάρχει, να βγω μια ώρα αρχύτερα.

Κι αυτό το σκοινί στην κοιλιά, τι μου το βάλατε, @#£!$ γ*μώ το κέρατό μου γ*μώ με το κωλόσκοινό σας, έτσι μου ΄ρχεται να το κόψω, για bungee jumping μ’ ετοιμάζετε;

Δε λες που βάλατε wi-fi στο σπίτι και σου στέλνω και κάνα email και σερφάρω και λίγο στο internet και περνάει η ώρα μου…

Ααααα, τώρα που είπα internet, θυμήθηκα τι ήθελα να σου πω – μην το πεις όμως της μαμάς, μου το υπόσχεσαι, έτσιιιι;

Daddy, είμαι ερωτευμένη!

Γνώρισα γκόμενο πολύ σούπερ - γνώρισα που λέει ο λόγος δηλαδή, γιατί πάνω που πήγα να του την πέσω, μου την έκανε γυριστή.

Είμαι βέβαιος ότι θα σ’ αρέσει, είναι και blogger, είναι σκέτος γλύκας.

Υποσχέσου μου ότι θα πεις στο Δήμου να μου κάνει κοννέ, ε dad; Και γρήγορα, γιατί αυτός όπως πάει θα γίνει διάσημος και θα μου τον φάει καμιά λυσσάρα.

Για να καταλάβεις, όσοι δεν τον ζηλεύουν, τον φθονούν, άρα, είναι θέμα χρόνου…

Έχει πλάκα, πολύ πλάκα, με κάνει και γελάω κάθε μέρα, είναι η πιο χαρούμενη στιγμή της μέρας μου. Θα μου πεις εκεί μες στο μπουντρούμι που με έχετε τόσους μήνες, μέχρι και με το Λαζόπουλο θα γέλαγα… Ναι, σιγαααά… Ξέρεις πολλούς να μπορούν να σε κάνουν να γελάς κάθε μέρα; Ο δικός μου υπογράφει επιταγές Τράπεζας Γέλιου εδώ και δύο χρόνια και συνεχίζει να ζωγραφίζει κάθε μέρα!

Ξέρεις πόσο άσχημα γερνάει το χιούμορ, όταν τ’ ακούσεις τρεις φορές τ’ ανέκδοτο δεν είναι πια ανέκδοτο.

Ε, σε πληροφορώ, πως τον διαβάζω και τον ξαναδιαβάζω και δεν τον χορταίνω, σαν τον Αρκά ένα πράμα – αααααα, τώρα που είπα Αρκά θυμήθηκα και το άλλο κοινό χαρακτηριστικό τους.

Τότε που τον είχε κατηγορήσει για ματαιοδοξία εκείνος ο δημοσιογράφος της Ελευθεροτυπίας, άκου τι του ’πε ο δικός μου:

«μέχρι τώρα θεωρούνταν ματαιόδοξοι όσοι θέλουν να γίνουν γνωστοί – στη δική μου περίπτωση, κάποιοι θεωρούν ματαιόδοξο το γεγονός πως δεν θέλω να γίνω γνωστός.»

Και να ’ταν μόνο αυτό;

Μπορεί να μην σου αρέσει το χιούμορ του, να το βρίσκεις σχολικό ή δεν ξέρω τι - εεεε, de gustibus...

Όμως το παιδί έχει και άποψη. Ναι, σου λέω, διάβασε ανάμεσα από τις γραμμές και θα βρεις μεγάλες αλήθειες κι έναν ωραίο άνθρωπο! Tι πειράζει κι αν διαφωνείτε για το Λίβανο; Καλύτερα! Βρήκες κάποιον να ’χεις να λιβανίζεις στα γεράματα!

Μ’ αρέσει γιατί γράφει απλά, αλλά δεν γράφει για παιδιά.

Μ’ αρέσει γιατί είναι ντροπαλός και γενναίος, αφελής και σοφός, σουρεαλιστής και ορθολογιστής, χονδροειδής και ευαίσθητος, αριστερός και δεξιός, μετριόφρων και νάρκισσος, αστείος και σοβαρός.

Μ’ αρέσει γιατί είναι ακομπλεξάριστος, ανοιχτόμυαλος, γενναιόδωρος.

Μ’ αρέσει γιατί έχει το πιο sexy avatar στη μπλογκόσφαιρα.

Κι απ’ ό,τι βλέπω, δεν πρέπει να ’χουμε ούτε τρία χρόνια διαφορά, είναι τρέλα ο πιτσιρίκος μου!

Γι’ αυτό σου λέω, βγάλτε με από δω μέσα
γ-ρ-ή-γ-ο-ρ-α, ΤΩΡΑΑΑΑ!

Το κείμενο αυτό φιλοξενήθηκε στο doncat στις 29/7/2006. Η εικονογράφηση έγινε από τον Νίκο Δήμου. Τα σχόλια των επισκεπτών του doncat μπορείτε να τα βρείτε ΕΔΩ, όπου και, αν θέλετε, μπορείτε να αφήσετε και το δικό σας σχόλιο.



Τρίτη, Αύγουστος 01, 2006

Lebanon Blues


Kάθε μέρα που περνά και ο πόλεμος στο Λίβανο συνεχίζεται, η πίστη μου στην ανθρωπότητα κλονίζεται.

Κάθε βόμβα που σκάει, δημιουργεί ρήγματα στην άποψη ό,τι ο κόσμος προοδεύει.

Είμαι απ’ τους ανθρώπους που θεωρούν ότι ο κόσμος μας αλλάζει, κάπου γίνεται καλύτερος, κάπου γίνεται χειρότερος, αλλά στην τελική ζυγαριά, ο κόσμος μας καλυτερεύει. Αργά, πολύ αργά, αλλά σταθερά. Με εκατό βηματάκια μπροστά και ένα άλμα πίσω.


Ταλαίπωρο μυρμήγκι η ανθρωπότητα

κουβαλάει Σισύφεια ψύχα,

πέφτει και ξαναπέφτει

και ξανά προς τη (μαύρη) τρύπα τραβά.



Κάθε παιδί που τραυματίζεται ή σκοτώνεται είναι ένα άλμα προς τα πίσω.

Κάθε παιδί που τραυματίζεται ή σκοτώνεται γεννά νέο μίσος, που μια μέρα θα σκοτώσει ένα άλλο παιδί.

Η ηγεσία του Ισραήλ, με τις ευχές της νεοσυντηρητικής Αμερικανής ηγεσίας και την ανοχή όλων των υπολοίπων ηγεσιών, εγκληματεί κάθε δευτερόλεπτο που συνεχίζεται αυτός ο παραλογισμός.

Πνίγομαι, εξοργίζομαι, δεν μου φτάνει να μοιρολογώ για τις χαμένες ζωές και τα ανείπωτα δράματα. Ναι, προσυπογράφω το «Stop the war NOW», αλλά αισθάνομαι ότι αν η θέση μας εξαντληθεί σε αυτό, ίσως όχι μόνο δεν βοηθάμε, αλλά αντιθέτως, επιδεινώνουμε το πρόβλημα.

Αισθάνομαι ότι αυτός ο πόλεμος είναι πιο παράλογος από άλλους. Δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο από πλευράς Ισραήλ. Μάλλον πρόκειται για μια εθνικιστική, παβλοφική αντίδραση, «βία στη βία», χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο.

Αν δεχθώ την επίσημη Ισραηλινή εκδοχή, δηλαδή την εξόντωση της Χεζμπολά,

αδυνατώ να πιστέψω ότι πραγματικά πιστεύουν ότι θα την εξοντώσουν με αυτόν τον τρόπο.

Αν δεν αποδεχθώ την επίσημη εκδοχή,

δεν βρίσκω ικανή δικαιολογία - τα επιχειρήματα εναντίον όλων των πιθανών αιτιών καταρρίπτονται εύκολα (ανακατάληψη εδαφών, πετρέλαιο, διπλωματικά οφέλη κλπ).

Πιο πολύ πιστεύω την εκδοχή του Πάσχου Μανδραβέλη περί

«συνδρόμου του ανεπιθύμητου».

Οι Ισραηλινοί έχουν δίκιο να εξοργίζονται για την Χεζμπολά, ειδικά μετά τις κινήσεις καλής θέλησης που έκαναν πέρσι, αλλά Ό,ΤΙ επιθέσεις και να δέχονται, ΔΕΝ δικαιολογούν τόσο ασύμμετρη απάντηση.

Παρ’ όλα αυτά, αν υπάρχει μια χαραμάδα ειρήνης, κατά τη γνώμη μου, αυτή είναι η προσπάθεια κατανόησης ΚΑΙ της πλευράς του Ισραήλ.

Φυσικά και έχουν γίνει εγκλήματα και εξακολουθούν να γίνονται από πλευράς του, το ίδιο βέβαια κι απ’ την άλλη πλευρά.

Φυσικά και τα εγκλήματα δεν συμψηφίζονται.

Φυσικά και η πλευρά του Ισραήλ έχει μεγαλύτερη ευθύνη, ως ισχυρότερη – πιστεύω στο δίκιο του αδυνάτου.

Φυσικά και η περιοχή πληρώνει τον εγκληματική εισβολή των ΗΠΑ στον Ιράκ, διότι τα δοχεία είναι προφανώς συγκοινωνούντα.

Αν όμως, δεν γίνει προσπάθεια διαλόγου και σύγκλισης, λύση δεν υπάρχει.

Αν θέλουμε να είμαστε ιδεαλιστές,

αναθεματίζουμε και συνεχίζουμε τις διακοπές μας…

Αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές,

πρέπει να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε ότι έχουν κι αυτοί τα δίκια τους.

Το Ισραήλ πρέπει να πιεστεί να σταματήσει τις βόμβες εδώ και τώρα και να κάτσει στο τραπέζι του διαλόγου.

Αλλά, εν τέλει, πρέπει να δεχθούμε το να αφοπλιστεί η Χεζμπολά, όσο πιο αναίμακτα μπορεί να γίνει αυτό κι όσο χρόνο χρειαστεί να γίνει.

Δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος ότι μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο.

Καταρχήν, προϋποθέτει αλλαγή στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Δεν νομίζω ότι η υπερ-συντηρητική πλευρά των ΗΠΑ, η οποία έχει καταλάβει την εξουσία την τελευταία δεκαετία έχει την παραμικρή διάθεση για λύση.

Φοβάμαι ότι πρέπει να περιμένουμε αλλαγή ηγεσίας στις ΗΠΑ, χωρίς να είμαι καθόλου σίγουρος ότι η νέα ηγεσία θα δείξει καλή θέληση και πόσο γρήγορα θα γίνει αυτό…

........................................………………………………….

Ως συνήθως, η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων θεωρεί αντιπάλους το κακό (Ισραήλ και ΗΠΑ) εναντίον του καλού (Λίβανος και υπόλοιπη ανθρωπότητα).

Λίγες διαφορετικές φωνές ακούγονται, οι οποίες θεωρούν ως αντίπαλο το φανατισμό και από τις δύο πλευρές.


Και ως συνήθως, οποιαδήποτε άποψη που δεν ξεκινά και δεν εξαντλείται στην καταδίκη του Ισραήλ και των ΗΠΑ θεωρείται ύποπτη, φασιστική, δεξιά, φιλοαμερικανική...

Ήλπιζα ότι θα βρω διαφορετική εικόνα στα blog, αλλά απογοητεύτηκα.

Κι εδώ η πλειοψηφία καταδικάζει κι όποιος δεν βάλει τελεία και προσπαθήσει να ψελλίσει κάτι ακόμα, θεωρείται αυτόματα ότι είναι με το Bush!

Πικραίνομαι όταν σκέφτομαι ότι με αυτή τη στάση, ο κύκλος του αίματος δεν θα σταματήσει ποτέ.

Η ασυζητητί καλή πρόθεση όσων καταδικάζουν το Ισραήλ και όχι ΚΑΙ τη Χεζμπολά τελικά, όχι μόνο πέφτει στο κενό, αλλά γίνεται μπούμερανγκ!

........................................………………………………….

Δεν είχα σκοπό να γράψω για το θέμα.

Αυτό το blog έγινε για να μιλάει για μικρά κι «ασήμαντα» θέματα, υπάρχουν πολλοί και καλύτεροι τόποι για τα «σοβαρά» και τα σημαντικά.

Αλλά μου είναι αδύνατον να απομακρύνω τη σκέψη μου από το Λίβανο αυτές τις μέρες.

Κι απ’ την άλλη στεναχωριέμαι με τις απόψεις που διαβάζω εδώ και κει.

Δεν είναι ο πρώτος πόλεμος που ζω, δεν ξέρω γιατί τούτος εδώ με έχει συγκλονίσει τόσο.

Ίσως γιατί σε λίγες μέρες θα γίνω πατέρας…

Δευτέρα, Ιούλιος 31, 2006

Τα πάχη μου, τα κάλλη μου...



Έρχομαι από την παραλία.

Είχα χρόνια να πάω Σαββατοκύριακο σε οργανωμένη πλαζ. Η ίδια πολυκοσμία όπως παλιά – αλλά ο κόσμος έχει αλλάξει.

Τα περισσότερα παιδάκια φοράνε σωσίβια – χωρίς να τα έχουν αγοράσει. Και μπρατσάκια από φυσικό λίπος.

Πω πω – πόσα παχύσαρκα παιδιά! Θυμήθηκα τις στατιστικές: είμαστε πρώτοι στην Ευρώπη.

Με τους ενήλικες ακόμα χειρότερα. Όλα τα ενάλια κήτη: φάλαινες, θαλάσσιοι ελέφαντες, φώκιες, είχαν ξεβραστεί στην αμμουδιά της Βουλιαγμένης.

Είμεθα έθνος παχύσαρκον!

Θυμάμαι στα νιάτα μου ο μέσος Έλληνας ήταν κοντός, ξερακιανός, στεγνός και μαυριδερός. Τώρα ψήλωσε (καλό), δυνάμωσε, ομόρφυνε – αλλά πάχυνε.

Ο Andy είχε πάει στο μαιευτήριο για τυπικές εξετάσεις της συντρόφου του κι έπαθε παράκρουση. Προς στιγμήν νόμισε ότι είναι σε κέντρο αδυνατίσματος.

Μου μετέφερε διαλόγους:


-Μα, έχω άλλη μια ψυχή να ταϊσω, γιατρέ μου, τι να κάνω, πεινάαααω.

-Κα Στρουμπουλίδου μου, σας το έχω πει πολλές φορές, πρέπει να τρώτε λίγο και συχνά, εσείς τρώτε πολύ και συχνά, γι’αυτό έχετε τάσεις για εμετό. Η έγκυος ΔΕΝ πρέπει να τρώει περισσότερο από πριν, λιγότερο πρέπει να τρώει.

-Μα, εμένα η μαμά μου μου είπε… Καλέ μαμά, μίλα και συ, πες κάτι…


Λίγο παραπέρα η κα και ο κος Παχυσαρκόπουλος μου κρύβουν, με το εκτόπισμά τους, τη θέα του γιατρού τους.

-Γιατρέ, δεν αντέχω άλλο, θα σκάσω, βόηθα με.
-Τι πρόβλημα έχετε, κυρία μου;
-Δεν μπορώ, κουράζομαι, δεν μπορώ ν’ ανέβω δυο σκαλιά, σας λέω.
-Μα, εδώ και πολλούς μήνες σας επαναλαμβάνω ότι πρέπει να προσέξετε τη διατροφή σας, 80 κιλά για το ύψος σας είναι πάρα πολλά.
-Μα, τι λες γιατρέ μου, πριν τη γκαστρώσω, ελαφίνα ήτανε το Μαράκι μου…


Φαίνεται ότι όλες οι έγκυοι συνοδευόνταν από σύζυγο ή μαμά, οι οποίες επίσης έδειχναν να είναι σε ...ενδιαφέρουσα…

Μερικά στοιχεία από σχετικό άρθρο του Economist:

Όταν ο κόσμος ήταν απλούστερος, οι πλούσιοι ήταν χοντροί, οι φτωχοί αδύνατοι και οι σωστά σκεπτόμενοι άνθρωποι ανησυχούσαν για το πώς θα χορτάσουν την πείνα.
Τώρα, στα πιο προοδευμένα μέρη του κόσμου, οι πλούσιοι είναι αδύνατοι, οι φτωχοί χοντροί και οι σωστά σκεπτόμενοι άνθρωποι ανησυχούν για την παχυσαρκία.

Το ανθρώπινο είδος σχεδιάστηκε για να αντιμετωπίζει τη στέρηση, όχι την αφθονία. Για να αποθηκεύει ενέργεια για τις δύσκολες ώρες. Όταν όμως οι δύσκολες ώρες δεν έρχονται ποτέ, η ενέργεια αυτή συσσωρεύεται γύρω από διαστελλόμενες κοιλιές.

Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, ο αριθμός των ανθρώπων που πεινούν μειώθηκε από 920εκ. το 1980 σε 800εκ το 2000, την ίδια στιγμή που ο πληθυσμός αυξήθηκε κατά 1,6δις. Άρα, την ίδια ώρα που φαίνεται ότι είμαστε σε καλό δρόμο στο σημαντικότερο πρόβλημα των τελευταίων… 50 αιώνων, την αντιμετώπιση της πείνας, καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε το αντίθετο!

Η παχυσαρκία σήμερα σκοτώνει περισσότερους ανθρώπους απ’ ότι το AIDS, η μαλάρια, οι πόλεμοι. Είναι η βασική αιτία διαβήτη, σχετίζεται με τον καρκίνο και άλλες ασθένειες. Από το 2000 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας κατονομάζει την παχυσαρκία ως επιδημία.

Ζούμε πλέον σε μια εποχή που οι γιατροί και οι πολιτικοί συναινούν στο να παρθούν μέτρα εναντίον της παχυσαρκίας. Και φυσικά, όπως κάθε φορά που συζητούνται μέτρα προστασίας των πολιτών, φουντώνουν και οι Οργουελικές μας φοβίες.

Η μία πλευρά μελετά μέτρα αντίστοιχα με αυτά εναντίον του καπνίσματος (προειδοποιητικές ενδείξεις στις συσκευασίες, περιορισμός διαφήμισης κλπ), την ίδια ώρα που η άλλη φωνάζει «αφήστε μας να πεθάνουμε όπως και όποτε θέλουμε».

Ένα επιχείρημα υπέρ της παρέμβασης είναι ότι οι διατροφικές συνήθειες διαμορφώνονται στην παιδική ηλικία. Αν κάποιος μεγαλώσει με junk food και Coca Cola, δύσκολα αλλάζει μετά, οπότε, αν μη τι άλλο, θα έπρεπε τουλάχιστον να προπαγανδίσουμε την υγιεινή διατροφή στα παιδιά. Ήδη στην Αγγλία, στη Σουηδία και στις ΗΠΑ ξεκίνησαν σχετικές διαφημιστικές (ή μάλλον… δυσφημιστικές) καμπάνιες. Επίσης, εξοστρακίζονται το junk food και οι μηχανές αναψυκτικών από τις σχολικές καντίνες.

Ένα άλλο εύλογο επιχείρημα υπέρ της παρέμβασης είναι το οικονομικό. Οι παχύσαρκοι κοστίζουν περισσότερο από τους αδύνατους, οι οποίοι καλούνται να πληρώσουν έμμεσα για την υπερβολή των πρώτων. Στις ΗΠΑ όπου το σύστημα υγείας βασίζεται στην ιδιωτική ασφάλιση, οι ασφαλιστικές εταιρείες ζητάνε να χρεώνουν περισσότερο τους παχύσαρκους, εφόσον τους στοιχίζουν περισσότερο. Κάτι τέτοιο αντιτίθεται στη σημερινή νομοθεσία, η οποία απαγορεύει κάθε διάκριση εναντίον των παχύσαρκων.

Άλλη ιδέα είναι να φορολογηθεί βαριά ό,τι παχαίνει (γλυκά, σοκολάτα, snacks, junk food, soft drinks κλπ), όπως συμβαίνει με το αλκοόλ και τα τσιγάρα.

Αλλά η παχυσαρκία είναι πιο περίπλοκο θέμα απ’ το τσιγάρο. Δεν πρόκειται για προστασία από ένα δηλητήριο, αλλά για αλλαγή συμπεριφοράς. Η νικοτίνη είναι εθιστική, η σοκολάτα όμως;

Η συζήτηση έχει ήδη ανάψει, τουλάχιστον σε πιο πολιτισμένες περιοχές απ’ τη δική μας. Και είναι σίγουρο ότι μέχρι να σβήσει, θα έχουμε παχύνει κι άλλο.

Σας αφήνω.
Πείνασα…



Το κείμενο αυτό φιλοξενήθηκε στο doncat στις 5/7/2006. Το πρώτο μέρος γράφτηκε από τον Νίκο Δήμου, το δεύτερο από μένα. Τα σχόλια των επισκεπτών του doncat μπορείτε να τα βρείτε ΕΔΩ, όπου και, αν θέλετε, μπορείτε να αφήσετε και το δικό σας σχόλιο.

Σάββατο, Ιούλιος 22, 2006

Καλοκαιρινή ανάμνηση




Το σπίτι τους ήταν μικρό και ταπεινό, καλαίσθητο κι απλό, μέσα σ’ ένα τεράστιο κτήμα, πολλά στρέμματα, δίπλα στη θάλασσα. Δεν είχαν υπηρέτρια, είχαν όμως αρκετούς κηπουρούς για να φροντίζουν το μυθικό κήπο.

Ήταν εκεί που πέρασα τα περισσότερα καλοκαίρια της εφηβείας μου, στην παραλία Μαραθώνα. Μπροστά απ’ το σπίτι τους ήταν το στέκι της παρέας. Τα δυο παιδιά της οικογένειας ήταν μέλη της παρέας, ο Αλέξης κι ο Ηλίας (να ’στε καλά, όπου είστε).

Για πολλά χρόνια συνέβαινε κάτι μαγικό στην παραλία μας.
Κάθε πρωί, ήταν καθαρή!
Την αφήναμε βρώμικη κάθε απόγευμα, τη βρίσκαμε καθαρή το άλλο πρωί. Διακόσια μέτρα καθαρή παραλία, δεξιά κι αριστερά, δέκα φορές πιο βρώμικη απ΄ τη δική μας!

Προφανώς κάποιος την καθάριζε.
Αλλά ποιος;
Και πότε;

Ένα βράδυ, γυρίζοντας από κραιπαλοφλερτάδα, η παρέα κατέληξε, στις 2.00 το πρωί, στην παραλία για βραδινορομαντζοπαραλιάδα.

Το μυστήριο είχε λυθεί.

Περίμενε να φύγουν και τα τελευταία ζευγαράκια απ’ την παραλία κι έβγαινε απ’ το μικρό σπίτι στο μεγάλο κτήμα με ειδικά ματσούκια ίδια μ’ αυτά που έχουν οι οδοκαθαριστές και καθάριζε την παραλία!
Ο ίδιος ο ιδιοκτήτης.
Μόνος του.

Ένας άνθρωπος πραγματικά πλούσιος, όχι λεφτάς.
Δεν το ήξεραν ούτε τα παιδιά του! Δεν έβαζε τους κηπουρούς του να καθαρίσουν! Δεν μας είχε κάνει ποτέ ούτε μία παρατήρηση!

Από εκείνη τη μέρα, όταν φεύγω από μια παραλία, δεν μαζεύω μόνο τα δικά μου σκουπίδια, αλλά και των προηγούμενων.

Να’ σαι καλά, Ραφαήλ Μωυσή.



To κείμενο αυτό παρουσιάστηκε ως σχόλιο στο post με τίτλο Le Royaume des Poubelles στο blog του Νίκου Δήμου, στις 12/4/2006, νομίζω όμως ότι η θέση του είναι εδώ.

Πέμπτη, Ιούνιος 29, 2006

Πλανητική γιορτή


Η μεγαλύτερη.

Ποτάμια αλκοόλ πίνονται, χοροί στήνονται, αδρεναλίνες χύνονται. Τραύματα, κλάματα, δράματα.

- Οι ποδοσφαιριστές γνωρίζουν ότι είναι η ευκαιρία της ζωής τους.
- Οι προπονητές δοκιμάζουν την αντοχή των αορτικών βαλβίδων τους.
- Οι homo sapiens βιδώνονται για ένα μήνα στις οθόνες τους.
- Oι εθνικοί τηλεσχολιαστές πληρώνονται extra, για να μας εκνευρίζουν περισσότερο.

Αν θέλετε να διαβάσετε τη συνέχεια πατήστε

ΕΔΩ

Το κείμενο φιλοξενείται στο Μουντιαλικό blog του αγαπητού mickey!


Τετάρτη, Ιούνιος 28, 2006

Χρέη



Χρωστάω.

Χρωστάω πολλά, πάρα πολλά.
Λίγα πολύ μεγάλα χρέη,
πολλά μεγάλα
και άπειρα μικρά.

Πριν 1.839 χρόνια ο Μάρκος Αυρήλιος στην εισαγωγή των «Εις Εαυτόν» ξεχρέωσε δεκάξι βασικούς πιστωτές του.

Τον πατέρα του, τη μάνα του, τον αδελφό του, τον παππού του, το «δικό μας» Σέξτο, τους θεούς.




Ο Νίκος Δήμου στο «Ημερολόγιο του Καύσωνα»
ξεχρέωσε τον Μάρκο Αυρήλιο για την πιστωτική πολιτική ζωής,
τον πατέρα του για τη λογική,
τη μάνα του για την ευαισθησία,
τη Giselle Vivier, Διοτίμα των δεκατριών του χρόνων.


Εγώ, όσους στριμώξω σε 700 λέξεις.

Σε σένα, μάνα, χρωστάω την ύπαρξή μου.
Κι ακόμα λίγα παραπάνω:
Να πονάω αγνώστους και ζώα.
Να ’μαι περίεργος, αλλά διακριτικός.

Με έλουσες με μουσικές, ζωγραφικές και παραμύθια.
Με ’μαθες να ζηλεύω, με ’μαθες να μην φθονώ.
Να σέβομαι το άγνωστο και το διαφορετικό.
Μου ’δειξες πως προσπερνούν τη συκοφαντία και την ύβρη: χαμογελαστά.
Να ’μαι σεμνός και να μου φτάνουν λίγα.
Όταν έχω να απολαμβάνω, όταν δεν έχω να μη ζητώ.
Μου ’πες ν’ απολαμβάνω χωρίς επίδειξη, αλλά και χωρίς ντροπή.
Να δίνω με προθυμία.
Ν’ αγαπάω και να μη φοβάμαι ν’ αγαπηθώ.

Πατέρα, με δίδαξες να είμαι ψύχραιμος.
Δεν το κατάλαβες, δεν ήσουν ψύχραιμος ποτέ…
Με τις υπερβολές σου, με δίδαξες να μη θέλω να υπερβάλλω.
Μ’ έκανες άνθρωπο που προσπαθεί να είναι
δίκαιος κι αξιοπρεπής, τίμιος κι ειλικρινής, γενναιόδωρος κι αλτρουιστής.
Μ’ έμαθες να μη δουλεύω για τα λεφτά.
Μου ’πες ότι περιουσία μου είναι ό,τι κουβαλάω πάντα πάνω μου.

Δάσκαλε Τσακαλία, μας έλεγες, στην ώρα των θρησκευτικών,
ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι,
αλλά δεν υπάρχουν ούτε δυο ίδιοι.
Σε θυμάμαι να στρίβεις τα μουστάκια σου:
«Ρε μαλακισμένα, δεν καταλαβαίνετε ότι βρισιά είναι η χειροβομβίδα κι όχι το μουνί;»

Αιμίλιε, χρωστάω τη συνείδηση ότι δεν είμαι το κέντρο του κόσμου.
Μου ’πες να μην περιφρονώ κανέναν,
να μην θεωρώ τον εαυτό μου ανώτερο από κανέναν.
Με ’μαθες να μη φοβάμαι το κενό,
να μπορώ να ζήσω χωρίς στήριγμα.
Nα μην παίρνω τον εαυτό μου στα σοβαρά.
Μ’ έμαθες ν’ ακούω.

Χρήστο Δασκαλόπουλε, σου χρωστάω το εισιτήριο στον παράδεισο
της καλύτερης μουσικής,
αυτής που δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα.

Φίλε Γιώργο, όταν μέσα στα χρόνια οι φίλοι μετατρέπονταν σε γνωστούς,
εσύ έμεινες εκεί, να μου θυμίζεις ότι φίλος δεν γεννιέσαι, γίνεσαι
και ότι ο καλός ο φίλος είναι φρούτο εξωτικό
που όσο και να ωριμάσει, όσο και να τον κουνάνε άνεμοι βορινοί,
δεν πέφτει ποτέ.

Φίλε Γιάννη, η συντροφιά σου μου επιβεβαίωσε ότι
οι νεώτεροι sapiens είναι upgraded versions των προηγούμενων
και η επόμενη απ’ τη δική μου γενιά δεν είναι εξαίρεση.

Στάθη Τσαγκαρουσιάνο, χρωστάω νύχτες μεθεκτικές, αέρινες,
μ’ αγιόκλημα και γιασεμί.
Μου ταξιδεύεις τη ζωή εικόνες,
μέγιστε γητευτή των λέξεων.
Μ’ έμαθες να μη φοβάμαι την παρέα της σκοτεινής πλευράς του φεγγαριού μου.
Σ’ ευχαριστώ γιατί μου ορίζεις μέτρο,
μου θυμίζεις τι σημαίνει νέο ήθος, νέο ύφος.
Γιατί ο καλοπροαίρετος, ακριβοδίκαιος και λεπτοτέχνης παρατηρητής
είναι σπάνια, σπάνια πάστα.

Μικρέ μου Ζ. σ’ ευχαριστώ που μου ’μαθες ότι
τα παιδιά λένε ένα απ’ τα δέκα που τους λες
και κάνουν εννιά απ’ τα δέκα που κάνεις.

Aγαπημένη,
δεν είναι όνειρο, είναι αληθινό.
Οι άλλοι δεν καταλαβαίνουν, μόνο εσύ και γώ.
Πίστευα ότι δεν υπάρχει, μέχρι να σε δω…
Σ’ αγαπώ.



Νίκο Δήμου σου χρωστάω πολλά, τόσα που θέλω κι άλλο post για κείνα.
Έχεις τα κλειδιά από τόσα πολλά που αισθανόμουνα,
αλλά δεν μπορούσα να ξεκλειδώσω.
Και τα ’γραψες με τρόπο τόσο απλό, που ακόμα αισθάνομαι μωρό(ς).
Μ’ έμαθες να προσπαθώ να πω τα περισσότερα με τα λιγότερα.
Μου ’δειξες ότι το καλό έχει εχθρό το καλύτερο.
Με βοήθησες να μάθω να λέω την αλήθεια μου και να μην φοβάμαι τις εισπράξεις.
Να πιστεύω ότι μπορείς να πετύχεις, χωρίς να αδικήσεις.
Να μην ανήκω σε ιδέες, αλλά να μου ανήκουν εκείνες.
Με κατέλυσες με το «Νήφε και μέμνησο απιστείν».


Αγαπημένοι μου Δάσκαλοι, μακρινοί,
Μεγάλα ονόματα του μύθου και της σοφίας,
Οι ιδέες σας έφτασαν σε μένα από άλλους
Όμως σας τις χρωστάω.

Πως έγραψε ο Σεφέρης:
«είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας».



Δεν ξέρω πόσο καλός μαθητής είμαι.
Αν τα’ χα μάθει όλα, θα είχα γίνει άγιος.
Άγιοι όμως δεν υπάρχουν.


Ελπίζω χρόνια πολλά μετά,
να είμαστ’ όλοι εδώ
να μου ξαναδοθεί η ευκαιρία
να ξεχρεώσω τα χρέη του μέλλοντός μου.




Το κείμενο αυτό φιλοξενήθηκε στο doncat στις 22/6/2006. Τα σχόλια των επισκεπτών του doncat μπορείτε να τα βρείτε ΕΔΩ, όπου και, αν θέλετε, μπορείτε να αφήσετε και το δικό σας σχόλιο.

Κυριακή, Ιούνιος 11, 2006

Promytheication



Είναι δυνατόν το καλύτερο να είναι πάντα το επόμενο;

Τραγούδι, πίνακας, γλυπτό,
ποίημα, βιβλίο, τεύχος περιοδικού,
ασήμαντο έργο του καθένα,
έρωτας,
post στο blog.

Eίναι δυνατόν;;;

Eλάχιστοι αυτοί που το κατάφεραν!
(ο Μοzart μου ’ρχεται στο μυαλό)
Πόσο βαθύτατα ανθρώπινο
να θέλεις επόμενο!
Και να το θέλεις και καλύτερο!

Όχι απλώς να μην πεθαίνεις πριν το θάνατό σου,
αλλά να θέλεις να σκαρφαλώνεις ολοένα και σε ψηλότερη κορφή!

Ο Προμηθέας μέσα μας
ύβρις είπαν οι δώδεκα θεοί
και τιμωρία στην επόμενη στροφή…



Δεν θα σας πω εγώ ποιοι είναι οι Red Hot Chili Peppers.
Απλά να πω ότι δεν τους θεωρώ απλά και μόνο
ένα εμπορικό προϊόν ή σούπερ ήρωες του mainstream
αλλά και πολύ σπουδαίους καλλιτέχνες.

Είναι η περίπτωση που η καλλιτεχνική και η εμπορική αξία πλέκουν καλή παρέα.

Οργιαστικό μίγμα funk και punk,
διονυσιακού ξεφαντώματος και πάθους,
παιχνίδισμα φωτός και σκοταδιού,
με δύο μουσικές ευφυΐες να γράφουν ιστορία (Frusciante και Flea),
έναν τραγουδιστή που γίνεται ολοένα και καλύτερος
κι ένα drummer σταθεροποιητικό παράγοντα
ανάμεσα σε τρεις εκστασιασμένους σαμάνους της ηλεκτρικής μουσικής.

Μέχρι και το προηγούμενο άλμπουμ τους,
το «By the way» του 2002,
νομίζω ότι το ’χουν καταφέρει αυτό,
το επόμενο καλύτερο απ’ το προηγούμενο,
με εξαίρεση ίσως το «One Hot Minute».
(έλειπε ο Frusciante…)



Η αλήθεια είναι ότι τους βοήθησε ότι ξεκίνησαν πολύ μέτρια,
όπως οι ίδιοι έχουν πει,
στην αρχή δεν ξέρανε την τύφλα τους.

To αριστουργηματικό «Blood Sugar Sex Magic» (πέμπτο τους)
ήταν καλύτερο απ’ όλα τα προηγούμενα.
Το «Californication» ακόμα καλύτερο,
το «By the way» ακόόόμα πιο πολύ,
Everest κανονικό!

Στο Everest δεν επιτρέπεται ούτε ένα τραγούδι απλώς καλό,
όλα είναι υπερβολικά καλά.
(ούτε οι Beatles δεν το κατάφεραν αυτό…)


Και μετά;

Τι κάνεις μετά από ένα άλμπουμ ογκόλιθο σαν το «By the way»;
Πόσα πράγματα μπορείς να βγάλεις από μέσα σου
που να ’ναι καλύτερα απ’ τα καλύτερα που ’χεις βγάλει;

Οι περισσότεροι καλλιτέχνες σ’ αυτό το κρίσιμο σταυροδρόμι
διαλέγουν δρόμο άγνωστο αλλά ασφαλή,
αλλάζουν είδος.
Άλλαξε ο Μανωλιός, έβαλ’ τα ρούχα του αλλιώς.
Δύσκολο, ειδικά αν είσαι μανιερίστας,
αλλά στην πραγματικότητα εύκολο,
καινούριο γήπεδο να κάνεις τα ίδια κόλπα.

Οι ήρωες μας όμως μέχρι τώρα
μένουν πιστοί στο ύφος που αυτοί δημιούργησαν
και μένουν και στον καινούριο δίσκο.
Ξαναπαίζουν στο ίδιο γήπεδο
και ψάχνουν νέα κόλπα.



Και επιπλέον,
δεν τους αρκεί άλλο ένα αριστούργημα,
τολμούν το απόλυτο ρίσκο,
το προμηθεϊκό άλμα:

Διπλό άλμπουμ!
28 ολόκληρα καινούρια τραγούδια!!

Μετά τα δεινοσαυρικά ’70ς,
στη fast forward εποχή μας,
ένα διπλό άλμπουμ δεν είναι απλώς πολλά καλά τραγούδια μαζί,
είναι κάτι παραπάνω.
Είναι statement.

Ε, αυτό πια δεν είναι προμηθεϊκή ύβρις,
είναι κι εγώ δεν ξέρω τι!!!

Πού μπορούν να φτάσουν;
Πόση νέα έμπνευση τους χαρίστηκε σε τέσσερα χρόνια;
Πώς θ’ ανακατέψουν τα μουσικά τους μπαχάρια
για να μην καταδικαστούν για επανάληψη της γνωστής συνταγής;



Ακούω το επικό «Stadium Arcadium» εδώ και λίγες εβδομάδες.
Τριψήφιος ο αριθμός των ακροάσεων ήδη.

Αρκούν τρία απ’ τα καλύτερα τραγούδια που έχουν γράψει ποτέ
για να γλιτώσουν απ’ τα όρνεα του Δία της μουσικής;
Θα τιμωρηθούν οι Καλιφορνέζοι Προμηθέες για την ασέβεια τους;
Ή θα απολαύσουν τη βασιλεία τους
λαμπρότερη και μεγαλοπρεπέστερη από ποτέ
μέχρι το επόμενο άλμπουμ;

Η ζωή είναι συνήθως πιο πεζή απ’ τη μυθολογία,
η υπέρβαση, η ανθρώπινη υπερέκταση
συνήθως παραμυθιάζει,
σπανίως επιτυγχάνεται.



Δεν θα σας πω την άποψή μου για το άλμπουμ,
ποιος είμαι γω να κρίνω,
δεν είμαι καν σίγουρος ακόμα.

Δεν είναι εκεί το θέμα…

Κυριακή, Μάϊος 28, 2006

Το τρένο της μικρής φυγής


To κείμενο αυτό είναι αφιερωμένο στο doncat, όπου και πρωτοπαρουσιάστηκε, στο post με τίτλο "Κοινόβιο".

Κανείς δεν ξέρει που πάει.
Ούτε ο οδηγός!

Έχει πινακίδα στη μετώπη, αλλά το μέρος αυτό δεν το γνωρίζει κανείς.

Πριν λίγες μέρες ο οδηγός άλλαξε πινακίδα.
Τα πήρε στο κρανίο, σταμάτησε σ’ ένα σταθμό και την άλλαξε.
Ούτε την καινούρια τη γνωρίζει κανείς.
Ούτε ο οδηγός!

Δεν άλλαξε μόνο πινακίδα.
Άλλαξε και τα χρώματα του τρένου.


Τα χρώματα της Αγοράς αντικαταστάθηκαν από χρώματα της ψυχής.


Περνάει απ’ όμορφα μέρη το τρένο αυτό.
Από κάμπους και λαγκάδια, από κορφές και διάσελα, από θάλασσες, από μουσεία, από δίκτυα, από συναυλίες, από βιβλιοπαρουσιάσεις, από τις Γιάντες, από αναμνήσεις, από χίλια δυο.

Περνάει κι από τούνελ σκοτεινά, τόσο σκοτεινά που ώρες, ώρες σου ’ρχεται να σαλτάρεις…

Κανένας δεν γνωρίζει κάθε πότε κάνει στάση αυτό το τρένο.
Ούτε ο οδηγός!

Άλλες φορές μια φορά την ημέρα,
άλλες κάθε δυο.

Άλλοι ανεβαίνουν,
άλλοι κατεβαίνουν
κι άλλοι συνεχίζουν.

Άλλος μπαίνει μια φορά και δεν ξαναμπαίνει.
Άλλος μπαίνει, στρογγυλοκάθεται για μια βδομάδα, κατεβαίνει, ξανανεβαίνει, ξανακατεβαίνει.


Άλλος μπαίνει μια φορά τη μέρα.

Άλλος μια φορά την εβδομάδα
κι άλλος μια φορά το μήνα.

Άλλοι σκέφτονται να μπούνε, όλο το λένε, το λένε και ακόμα δεν μπήκαν.

Άλλος μπαίνει για να βρει ζεστή παρέα.
Άλλος για να παίξει.

Άλλος για να μάθει
κι άλλος για να μαθευτεί.

Άλλος για να βρίσει
κι άλλος για να βριστεί.

Άλλος για να γλύψει
κι άλλος για να γλυφτεί.

Άλλος για να γδύσει
κι άλλος για να γδυθεί.

Άλλος για να επουλώσει
κι άλλος για να επουλωθεί.

Άλλος για να προβληματίσει
κι άλλος για να προβληματιστεί.

Άλλος για να πείσει
κι άλλος για να πειστεί.

Άλλος γιατί κανένας δεν τον περιμένει πουθενά...


Ποιος ξέρει που θα σταματήσει αυτό το τρένο;
Κανείς.
Ούτε ο οδηγός!

Θα συνεχίζει και χωρίς αυτόν μια μέρα;

Τετάρτη, Μάϊος 10, 2006

Περί γλυπτικής



Παίρνεις έναν όγκο μαρμάρου 5-10 κυβικά μέτρα (!!!)

Μιλάμε ήδη για τεράστιο θέμα (που το βρίσκεις, πόσο κάνει, πως το μεταφέρεις).

Και μιλάω για 2.500 ή για 500 χρόνια πριν...


Άντε και το βρήκες και το πλήρωσες και το μετέφερες.

Σκέφτεσαι το concept.
Άντρας, γυναίκα ή σύνθεση;
Στάση, έκφραση, μήνυμα.

Άντε και τα βρήκες.
Έχετε σκεφθεί ποτέ ποια είναι η ουσιαστική δουλειά του γλύπτη;

Χτίζει γκρεμίζοντας!
Απ’ έξω προς τα μέσα.
Σκαλίζει, σκαλίζει κι ό,τι περισσέψει είναι το έργο!
Μια λάθος σφυριά στο καλέμι και τέλος, δεν διορθώνεται!
Για πέταμα κι άντε πάλι απ' την αρχή!


Έχετε παρατηρήσει ότι αν ζωγραφίσετε ανθρώπινο σώμα χάνει σίγουρα (α) σε αναλογίες και (β) σε χάρη;
(εξαιρούνται οι επαγγελματίες)

Το να βρεις και να μάθεις τις αναλογίες στη ζωγραφική (2 διαστάσεις) είναι ήδη ένα μικρό βουνό - σκεφθείτε στη γλυπτική (3 διαστάσεις)!



Άντε βρήκες και τις αναλογίες.
Και πως το κάνεις να μην είναι ατσούμπαλο σα μαριονέτα; να μην έχει καρτουνίστικη κίνηση; να έχει ανθρώπινη χάρη;

Οι π.Χ. γλύπτες ακολούθησαν τα μάτια τους, αντέγραφαν το μοντέλο που έστηναν μπροστά τους.
Οι γλύπτες της Αναγέννησης πήγαν ένα βήμα παραπέρα:

Εφηύραν την ανατομία!

Αγόραζαν (λαδώνοντας τους φύλακες) απ' τα νεκροτομεία πτώματα, τα άνοιγαν και τα μελετούσαν.


Άντε και του 'δωσες και χάρη.
Ένα βήμα ακόμα και τέλος.

Μέχρι το πρώτο βήμα φτάνουν πολλοί.
Μέχρι το προτελευταίο αρκετοί.
Το τελευταίο βήμα ξεχωρίζει τους καλλιτέχνες απ' τους κλασικούς.
Όσοι το πέρασαν μετρώνται στα δάχτυλα δύο χεριών.


Eίναι η ώρα που σταματά η διδασκαλία.
Είναι η ώρα της μαγείας, του μυστηρίου, του επέκεινα.

Πως κάνεις ένα κομμάτι μάρμαρο να έχει πνοή; να μιλάει; να κυλάει αίμα απ' τις φλέβες του; να προκαλεί δέος πεντακόσια χρόνια μετά;


Δεν ξέρω.

Αν ξέρει κανείς, να μου πει.


Κατά σειρά εμφάνισης: το πρόσωπο τoυ David, λεπτομέρεια από την Pieta - και τα δύο έργα του Michelangelo

Τετάρτη, Μάϊος 03, 2006

Έκανα τη διαθήκη μου, γαμώ τη δισκοθήκη μου!


Κάνει μία από τις δυσκολότερες δουλειές που υπάρχουν.
Κριτική νέων δίσκων.

Δυσκολία πρώτη, να εντοπίσεις τους καλούς δίσκους από μία στοίβα εκατοντάδων άγνωστων και γνωστών καλλιτεχνών.
Δυσκολία δεύτερη, όταν το κάνεις κάθε μήνα, σε 6 μήνες βαράς ενέσεις.

Δυσκολία τρίτη και φαρμακερή, πώς είναι δυνατόν να περιγράψεις τη μουσική;;;

Υπάρχουν εκατομμύρια μουσικογραφιάδες στον πλανήτη, αυτοί που «το’ χουν» μετριούνται στα δάχτυλα ενός χεριού.
Με 80 λέξεις να δώσεις στον άλλο να καταλάβει τι πρόκειται να αισθανθεί!

Κάτι σαν να μεταφράζεις ποίηση.

Ο φίλος μου ο Αλέξης είναι απ’ αυτούς που το ’χει το χάρισμα -δεν το θεωρώ τυχαίο.

Έχει μουσική παιδεία, ανοιχτό μυαλό, τελειομανία και κυρίως, αυτή τη δυνατότητα του καλλιτέχνη να μπορεί να χωρέσει 10 νοήματα και 10 εικόνες σε 5 λέξεις.

Πολύ ισορροπημένος άνθρωπος, ολιγαρκής, μοντέρνος, εξαιρετικά μορφωμένος αν και κακός μαθητής στο σχολείο, με γερά θεμελιωμένο σύστημα αξιών, το ’χει γκρεμίσει αρκετές φορές και κάθε φορά που το ξανάχτισε το ’φτιαχνε στερεότερο.

Παντρεμένος, χαλαρός, ήρεμος, γαλήνιος κι ευτυχής, με κορόιδευε για το άγχος μου, με μόνιμη διάθεση για πλάκα, όχι από εκείνους που την ξεκινάνε, αλλά απ’ αυτούς που τη συνεχίζουν, με γέλιο σαν του κινηματογραφικού Amadeus, ένα μεγάλο παιδί.

Δεν τον θυμάμαι ποτέ στεναχωρημένο, θλιμμένο, μελαγχολικό.
Το σχεδόν αντίθετό μου δηλαδή, ίσως γι’ αυτό γίναμε φίλοι.
Ζήλευα την αταραξία του, το σπίτι του λιτό σαν πιθάρι,
Διογένη τον ανέβαζα,
«έξυπνο παιδί, χαρά γεμάτο» τον κατέβαζα.

Πριν μερικά χρόνια, ξαφνικά, χωρίς προφανή λόγο και αιτία, χτύπησε την πόρτα του σπιτιού του ένα πρόβλημα. Μεγάλο.

Δεν μπορούσε να κοιμηθεί.

Μία μέρα, δύο μέρες, θα περάσει που θα πάει.
Τρίτη μέρα, μια βδομάδα, δυο βδομάδες.
Ούτε πέντε λεπτά ύπνος σε δυο βδομάδες!

Μόλις σκοτείνιαζε άρχιζε η μάχη.
Πάλευε με ένα μαξιλάρι, με δύο μαξιλάρια, με κανένα μαξιλάρι, ανάσκελα, μπρούμυτα, δεξιά, αριστερά, στον καναπέ, στο πάτωμα
πουθενά δεν υπήρχε λίγος ύπνος γι’ αυτόν.
Δοκίμασε τηλεόραση, video, έβαλε δορυφορική, σέρφαρε στο δίκτυο, μέτραγε προβατάκια, διάβαζε βιβλία, άκουγε μουσική, έκανε γυμναστική, έπινε αλκοόλ, έβγαινε βόλτες, ό,τι μπορεί κανείς να φανταστεί – τίποτα.

Πήγε σε γιατρό, του ΄δωσε χάπια.
Κοιμήθηκε κάνα δυο μέρες, ξανά γαρίδα το μάτι.
Ξανά στο γιατρό, πιο βαριά χάπια.
Ξανακοιμήθηκε δυο μέρες και πάλι απ’ την αρχή.
Έκανε ιατρικές εξετάσεις, δε βρέθηκε τίποτα.

Δεν είχε καμιά στεναχώρια, δεν του ’φταιγε κανείς, ήταν ακόμα ερωτευμένος με τη γυναίκα του, δεν είχε τάσεις φυγής, δεν ήθελε να αλλάξει τίποτα.

Κανείς δεν μπορούσε να τον βοηθήσει.

Εν τω μεταξύ πέρασαν δυο μήνες, ο Αλέξης είχε γίνει ζωντανός-νεκρός,
ζόμπι κανονικό.
Αν δεν τον ήξερα καλά, θα έλεγα ότι έχει κυλήσει στην πρέζα.
Κατακόκκινα μάτια κυρτά, καρφωμένα στο πουθενά, ρυτιδιασμένο πρόσωπο γκρι-μελιτζανί, πρηξίματα στα άκρα, πόνοι σ’ όλο το σώμα.
Κοιμόταν όρθιος για λίγα δευτερόλεπτα στη δουλειά, στο δρόμο, με παρέα.

Τη μέρα έψαχνε για τη λύση, τα βράδια ψαχνόταν για τη λύτρωση,
μα του κάκου.

Οι μήνες περνούσαν κι ο Μορφέας δεν έλεγε να τον επισκεφθεί.
Με τσαλαπατημένο ηθικό, εξαντλημένος ψυχικά, σωματικό ράκος,
άρχισε να σκέφτεται ότι μετράει μέρες.

«Έκανα τη διαθήκη μου, γαμώ τη δισκοθήκη μου» έλεγε
και φαινόταν να τον απασχολεί για πρώτη φορά το μεγάλο ταξίδι.

Έξι μήνες ξάγρυπνος, έπιασε πάτο.

Εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια να κοιμηθεί.
«Όσο μου μένει να ζήσω, θα ζήσω σα ζόμπι, 24 ώρες το 24ωρο».
Παραδέχθηκε την ήττα του και περίμενε στωικά το μαύρο ιππότη με τη ρομφαία.
Άρχισε να κάνει δουλειές, σχέδια και όνειρα για τη νύχτα του,
αγόρασε 24ωρη agenda,
κατάφερε να το δει θετικά.

«Αφού σε λίγο δεν θα ζω, ας το χαρώ όσο μπορώ.
Θα φτιάξω το καφεδάκι μου στις 3 το πρωί, θα πιω το τσαγάκι μου στις 5, τη μπυρίτσα μου στις 7, καφεδάκι στις 9
και πάει λέγοντας (ή μάλλον πίνοντας)».

«Θα κάνω όσα δεν προλαβαίνω να κάνω τόσα χρόνια, πόσα βιβλία, πόσα site, πόσες ταινίες, πόσες μουσικές μου χρωστάω;»

«Η αϋπνία είναι σαν το βιασμό» σκέφτηκε
«αν δεν μπορείς να τον αποφύγεις, απόλαυσέ τον».


Το δεύτερο βράδυ τον πήρε ο ύπνος.

Κοιμήθηκε γλυκά και το επόμενο βράδυ και το μεθεπόμενο και το επόμενο απ’ το μεθεπόμενο.

Και κοιμάται ακόμα…

Τρίτη, Απρίλιος 25, 2006

Τοσκάνη Γ’ Εθνική



Η Τοσκάνη είναι ένας από τους ομορφότερους νομούς του πλανήτη.

Οι ρομαντικοί χαλάνε χιλιόμετρα φιλμ

και οι πιο μοντέρνοι δεκάδες megabyte σκληρού δίσκου

στις πόλεις της, στα μουσεία της, στην εξοχή της.


Το blog των λιτών και τεμπέλικων ασήμαντων πραγμάτων δεν έμεινε στη Φλωρεντία και στη Σιένα.

Πήγε και στη Γ’ Εθνική - στο Arezzo, στο Caprese, στη Val D’Orcia.


Α’Εθνική εννοώ την Piazza della Signoria, την Piazzale Michelangelo, το Ponte Vecchio, το μουσείο Uffizi στη Φλωρεντία, την Piazza del Campo και τους περίφημους λόφους με τις πέτρινες βίλες και τα κυπαρίσσια κάτω από τη Σιένα και άλλα του ιδίου επιπέδου.

Β’ Εθνική εννοώ την Piazza Santo Spirito, το Palazzo Pitti στην Φλωρεντία, την Pisa, τη Lucca, το San Gimignano, το Montepulciano και τόσα άλλα υπέροχα μέρη.

Υπάρχει όμως και η Γ’ Εθνική, τα μέρη που δεν θα βρείτε στους περισσότερους οδηγούς του κόσμου κι όπου τα βρείτε θα είναι με ψιλά γράμματα.

Στην Τοσκάνη η Γ’ Εθνική είναι επίπεδο Πηλίου!
(θεωρώ το βουνό των Κένταυρων το ομορφότερο μέρος στη γειτονιά μας…)


To Vinci, γενέτειρα του Leonardo Da Vinci, το Arezzo του Petrarca, η Cortona, η Pienza, το Caprese, εκεί που γεννιέται ο Τίβερης και γεννήθηκε ο Michelangelo.


Μικρές, ταπεινές, άγνωστες, ασήμαντες πόλεις ανάμεσα στις ονομαστές γειτόνισσές τους.

Τα μέρη δηλαδή που τριγυρνά το τεμπέλικο blog που τιμάτε.



Κατά σειρά εμφάνισης: (i) οι αγχολυτικοί λόφοι της Val D’Orcia (ii) η κεντρική πλατεία του Arezzo (iii) το σπίτι του Petrarca στο Arezzo (iv) το σπίτι του Michelangelo στο Caprese (v) τυπική Τοσκανέζικη βίλα στο Monte Amiata



Τετάρτη, Απρίλιος 19, 2006

Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά



Παίζω πριν από τότε που θυμάμαι.

Όσο γερνάω,
τα παιχνίδια μου αλλάζουν,
εκτοπίζοντας τα προηγούμενα
(λίγα αντέχουν στο χρόνο).

Από τα matchbox
στα τηλεκατευθυνόμενα,
στα συγκρουόμενα και τα kart
και απ’ τα 18
στα κανονικά αυτοκίνητα.
Απ’ τα lego, τα mecanno
και τη monopoly
στις business.
Απ’ το «γιατρό» των 5 ετών
στο Καμασούτρα…

Όσο γερνάω, βαραίνω, προτιμώ τα πιο τεμπέλικα, τα πιο καθιστικά, αυτά που τελειώνουν πιο γρήγορα, τα πιο πρακτικά, τα πιο εγκεφαλικά.


Μια μέρα μπήκε στη ζωή μου ένα παιδί.
7 χρονών, γιος της συντρόφου μου.

Και τότε, ξαφνικά:
«Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά!»

Μου πήρε χρόνο να βρω το κλειδί που θα μου άνοιγε την πόρτα της μέθεξης…

Στην αρχή, προσπάθησα να είμαι ο εαυτός μου.
Καλό για το μικρό, καλό και για μένα,
γέλια και χαρές,
αλλά τα καλύτερα δεν είχαν έρθει ακόμη.
Απολάμβανα το ρόλο του μέντορα,
προσπαθούσα να αφαιρέσω τα βαρετά παιχνίδια με πιο «χρήσιμα»,
έψαχνα το βαθμό διδαχής του κάθε παιχνιδιού.
Τον κατεύθυνα εκεί που πίστευα ότι ήταν το καλύτερο γι’ αυτόν.

Ώσπου μια μέρα, ένα γλυκό σούρουπο του Ιουνίου στην Πούντα Ζέζα,
έγινε μία μικρή αποκάλυψις.


Διάβαζα εφημερίδα στην παραλία, Μέγιστη στιγμή, ιερή.
Μετά από δυο έντονες, χορτάτες δεκαετίες ανοίγματος,
αισθάνεσαι να κλείνεις.
Δεν ονειρεύεσαι τίποτα καλύτερο απ’ το αργό, βασανιστικό ξεσκόνισμα της εφημερίδας στην παραλία,
άδεια από ανθρώπους,
γεμάτη από γλάρους, ψαρόβαρκες, γλυκά κύματα
και γαλάζιο, πολύ γαλάζιο.

Το σκορ στα ναι-όχι της ημέρας ήταν 9-0, οπότε δικαιούμουν ένα όχι,
αλλά η επιμονή του μικρού έσκαγε γάιδαρο.
«Μα σε λίγο νυχτώνει, δεν προλαβαίνουμε, την επόμενη φορά»
κανένα δε απέδωσε.

Αρχίσαμε να χτίζουμε κάστρο στην άμμο στις 7 το απόγεμα!



Τι πιο «άχρηστο» από ένα κάστρο στην άμμο,
το οποίο μάλιστα όταν τελειώσει θα ’ναι νύχτα και θα κρυώνουμε και θα πρέπει να φύγουμε κι ούτε φωτογραφία δεν θα μπορέσουμε να το βγάλουμε;

Και μιλάμε για δουλειά, όχι παίξε-γέλασε.

Διαφωνήσαμε αρχιτεκτονικά, στατικά, μηχανολογικά, αισθητικά, κατασκευαστικά,
κουβαλήσαμε πέτρες για να γεμίσουμε το κάστρο,
(ουφ, κουράστηκα ήδη…)
κουβαλήσαμε λάσπη για να το χτίσουμε,
(ποτάμι ο ιδρώτας…)
στρογγυλέψαμε ξανά και ξανά και ξανά τις γωνίες του,
(θέλει Ιώβειο υπομονή η άμμος…)
μαζέψαμε άσπρες πέτρες για τη σκεπή,
κόκκινες πέτρες για τερακότα,
φτιάξαμε πόρτα και παράθυρα από πεταμένες σακούλες,
κάναμε τα κλαδάκια δέντρα και πρασινίσαμε τον κήπο,
βάλαμε έναν ασβεστόλιθο ανάποδα και φτιάξαμε πισίνα,
πέτρινα μονοπάτια στον κήπο,
φράχτη, είσοδο και
(ουφ…)

ΤΕΛΟΣ!

Όσο χτίζαμε, τόσο κατέρρεε ο ορθολογισμός μου.
Ο μικρός βυθιζόταν στο παραμύθι του και μ’ έπαιρνε μαζί του.
Ο ιδρώτας της δημιουργίας, της ομαδικής δουλειάς και του τρελού κεφιού γλυκός σα μέλι.
Και θαρρώ πως μαζί του χυνόταν και όλο μου το τελεολογικό κομμάτι.
Τα σημαντικά έγιναν ασήμαντα και τα ασήμαντα πολύτιμα.

Από τότε χτίσαμε κάστρα πολλά,
το επόμενο καλύτερο απ’ το προηγούμενο.


Εκείνο το βράδυ έλυσα το αίνιγμα του Διονύση Σαββόπουλου.

Αφέθηκα στο ζεν ρυθμό του μικρού
κι απόλαυσα το
ταξείδι.

Ξανάγινα παιδί.



πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο,

μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ'έδωσε τ' ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.

Σάββατο, Απρίλιος 15, 2006

Το ασήμαντο δράμα της Virgola

Χώραγε σε μια χούφτα.
Την πέταξαν στο ίδιο γιαπί που λίγες μέρες πριν κάποιοι άλλοι εγκατέλειψαν δυο σκυλιά.
Το μικροσκοπικό τρίχρωμο γατί βρήκε καταφύγιο κάτω από κάτι παλέτες.

Κάθε φορά που επισκεπτόμουν την οικοδομή πήγαινα φαγητό στα σκυλιά και στο γατί.
Με το που κούναγα τη σακούλα με το φαγητό, έβγαινε από το καταφύγιο, έδειχνε τα δόντια της στα σκυλιά, άρπαζε το μερίδιό της και ξαναχωνόταν στην κρυψώνα της.
Ήταν τόσο κατατρομαγμένη που δεν άφηνε κανέναν να την πλησιάσει, ούτε συζήτηση για χάδι.

Πέρασαν δυο μήνες, μεγάλωνε, ίσα-ίσα που χώραγε κάτω απ’ τις παλέτες.
Δεν αντέξαμε, την πήραμε στο σπίτι.
Πήρε μήνες να μας αφήσει να την χαϊδέψουμε.
Ακόμα και τώρα, πέντε χρόνια μετά, δεν αφήνει καλεσμένο να τη χαϊδέψει, δύο γατοφιλομανιακοί είναι η εξαίρεση – πώς τους κατάλαβε η άτιμη;!

Κοιμόταν σε όλα τα απίθανα κρεβάτια που εφευρίσκουν οι γάτες, πάντοτε κουλουριασμένη σαν κόμμα, το σημείο στίξης εννοώ.
Και το όνομα αυτής Virgola (κόμμα στα Ιταλικά).

Όλα καλά.


Λίγους μήνες πριν, η σύντροφός μου κι εγώ δώσαμε παραγγελία στον πελαργό, το καλοκαίρι περιμένουμε παιδί.

«Η γάτα πρέπει να απομακρυνθεί» είπε ορθά, κοφτά ο γυναικολόγος και το μικρό δράμα ξεκίνησε.


Δίπλα στη μεγάλη χαρά, ένα μικρό δράμα.


Εξετάσαμε όλες τις λύσεις.
Φίλοι, συγγενείς, τίποτα.
Η μόνη λύση να την πάρω στο γραφείο της δουλειάς, ώσπου να βρούμε μεγαλύτερο σπίτι, ψάχνουμε εδώ και καιρό…


Η τρομαγμένη Virgola κλείστηκε σ’ ένα γραφείο δέκα τετραγωνικών μέτρων και κλείστηκε ακόμα πιο πολύ στον εαυτό της.
Άρχισε να χάνει το τρίχωμά της, γέμισε το σώμα της πληγές, ο κτηνίατρος δεν βρίσκει τίποτα, εξετάσεις για μύκητες, παράσιτα, καρκίνο, AIDS, τίποτα - «μάλλον είναι ψυχολογικό» λέει και ξαναλέει.


Πώς είναι να σε διώχνουν απ’ το σπίτι σου;

Πώς είναι να σε φυλακίζουν σε τέσσερις τοίχους με λίγο ήλιο μόνο το πρωί;

Πώς είναι να μην μπορείς να τρέξεις;


Πώς να της εξηγήσεις;

Πώς να της πεις να κάνει υπομονή;

Πού διδάσκουνε τη γλώσσα των γάτων;


Συμβαίνουν χιλιάδες σε μια μέρα.
Σε όλες τις γωνιές του πλανήτη, σε πλούσιους και φτωχούς, σοφούς κι ανόητους, άθεους και θρήσκους, ανθρώπους και γάτους.


Δεν έχουν προτιμήσεις τα μικρά, ασήμαντα δράματα.
Αφορούν συνήθως έναν, άντε δυο.


Για τους υπόλοιπους ανύπαρκτα ή αδιάφορα…

Κυριακή, Απρίλιος 02, 2006

Η μπαλάντα του Andy Dufresne


O Andy Dufresne είναι συνηθισμένος άνθρωπος.
Όχι πολύ, αλλά σπάνιος δεν είναι.
Υπάρχουν πολλοί σαν τον Andy. Δεν τους γνωρίζουμε όλους, άντε να ’χουμε γνωρίσει δυο-τρεις.
Σπάνια γράφει κανείς τραγούδια ή βιβλία γι’ αυτούς.
Αλλά όσοι τους έζησαν, δεν θα τους ξεχάσουν ποτέ.

Μιλάω βέβαια για τον πρώην τραπεζίτη, πρώην φυλακισμένο, δραπέτη εκατομμυριούχο ήρωα του Stephen King στο "The Shawshank Redemption".



Το πιο γοητευτικό στοιχείο αυτού του σύγχρονου Κόμη Μοντεκρίστο είναι τα στερεότυπα που καταρρίπτονται από τις φαινομενικές αντιφάσεις της προσωπικότητάς του.

Είναι businessman αλλά είναι Άνθρωπος.
Είναι ορθολογιστής, αλλά βαθύτατα συναισθηματικός.
Είναι συντηρητικός, , αλλά είναι τολμηρός έως θρασύς.
Είναι παθιασμένος, το μάτι του γυαλίζει, αλλά είναι γαλήνιος, πράος.
Είναι αστός, αλλά και αναχωρητής.


Aλτρουιστής businessman

Ο Andy είναι ένας πρώην τραπεζίτης, με καλές σπουδές, τεχνοκράτης. Είναι επίσης ένας γεννημένος manager. Οργανώνει, διαχειρίζεται, διδάσκει, εμπνέει. Οργανώνει άψογα τη βιβλιοθήκη της φυλακής, διαχειρίζεται τα οικονομικά του βρωμερού διευθυντή της και όλων των υπολοίπων, διδάσκει τον νεαρό Tommy, εμπνέει με κάθε του λέξη και σιωπή.


Αλλά δεν είναι ο συνήθης καριερίστας, φιλοχρήματος καπιταλιστής. Ο Andy είναι παιδί του Διαφωτισμού, ένας υπηρέτης των δυνάμεων του Καλού. Ένας ευφυής αλτρουιστής που θέλει να σπρώξει τον κόσμο μπροστά. Δίνει την ψυχή του για την βιβλιοθήκη, βολεύει όσους μπορεί σε καλές θέσεις, παθιάζεται ως μέντορας του νεαρού Tommy. Ρισκάρει την ίδια του τη ζωή για ένα καφάσι μπύρες για τους φίλους του κάτω από τον ήλιο στην ταράτσα της φυλακής.



Συναισθηματικός ορθολογιστής

Ο Andy γκρεμίζει άλλο ένα στερεότυπο.

Ένας καλός λογιστής είναι σίγουρα ορθολογιστής και ο Andy δίνει ρέστα ως λογιστής στη φυλακή. Είναι ακριβολόγος, σχολαστικός, μελετηρός. Γνωρίζει τέλεια τις αδυναμίες του γραφειοκρατικού συστήματος και δημιουργεί τον ανύπαρκτο χαρακτήρα, για να φοροδιαφεύγει ο διευθυντής της φυλακής.

Είναι όμως και βαθύτατα συναισθηματικός. Πληγώνεται απ’ την γυναίκα του την οποία λάτρευε, δένεται με τον Red, τον προσκαλεί στο Μεξικάνικο χωριό, ξαναζωντανεύει με τον νεαρό Tommy, αγαπάει κι αγαπιέται απ’ όλους.

Ένας προμηθεϊκός ορθολογιστής.


Συντηρητικός επαναστάτης

Τραπεζίτης, ίσον κεφαλαιοκράτης, ίσον συντηρητικός. Πολιτικά ορθός, σχεδόν Bostonian, παντρεμένος, με καριέρα, επίσημα γεύματα, γραβάτες και χαβιάρι.
Βο
λεμένος.

Κι όμως.


Ο Αndy δεν είναι φλώρος, είναι πολύ σκληρό καρύδι. Έχασαν όσοι πόνταραν ότι θα ήταν αυτός που θα έσπαγε πρώτος την πρώτη βραδιά στη φυλακή.
Ρισκάρει στη στέγη για τις μπύρες, τα βάζει στα ίσια με τους κακούς βιαστές, πληρώνει με ένα μήνα στην απομόνωση την τρέλα του με τη μουσική απ’ τα μεγάφωνα, στην συγκλονιστικότερη σκηνή του έργου.

Και βέβαια, οργανώνει τη μεγάλη απόδραση, οδηγεί τον άθλιο διευθυντή σε αυτοκτονία, ξετινάζει το σύστημα για να λυτρωθεί.

Μειλίχια παθιασμένος

Ο Andy είναι cool. Πολύ cool. Cooler than Jesus. Αξιοπρεπής, ευθυτενής, αγέρωχος. Φυλακίζεται αθώος, αλλά δεν θα χάσει την ψυχραιμία του ποτέ, δεν θα ουρλιάξει, δεν θα κλαψουρίσει ποτέ.

Αλλά δεν παραιτείται, δεν πεθαίνει πριν πεθάνει. Παθιάζεται, επιμένει, πεισμώνει. Είναι αδύνατον να μην κάνει κάτι, ζει ζωή γεμάτη μέσα σε τέσσερις τοίχους, γεμίζει την ημέρα του με τέχνη και παιχνίδι, σκαλίζει πέτρες και φτιάχνει πιόνια για το σκάκι.
Και τις νύχτες ξενυχτάει σκαλίζοντας τα τείχη που θα τον οδηγήσουν στην ελευθερία. Σκάβει για δεκαεννέα χρόνια χωρίς να γνωρίζει τίποτα ούτε ο καλύτερός του φίλος!

Απόλαυση το γράμμα που του έστειλαν ως απάντηση στα γράμματα που έστελνε ασταμάτητα κάθε βδομάδα ζητώντας βιβλία για τη βιβλιοθήκη της φυλακής.
Ο θρίαμβος του πάθους απέναντι στη γραφειοκρατία.


Αστός αναχωρητής

Ο Andy είναι αστός, αλλά δεν είναι ένας πολύ συνηθισμένος αστός.
Πολυσχιδής, φιλοσοφημένος, εστέτ.
Ελιτίστας, αλλά καθόλου σνομπ, φιλοσοφεί με τη γεωλογία, αγαπάει τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο, το σκάκι, την καλή μουσική. Η φράση του Κουβανού στοχαστή José Martí «χωρίς μουσική η ζωή θα ήταν ένα σφάλμα» βρίσκει στη σκηνή με τη μουσική στα μεγάφωνα την απόλυτη δικαίωσή της.

Κι όμως, αυτός ο δυτικός, ο ορθολογιστής,

αποβάλλει το περιττό φορτίο και αναχωρεί:

«I hope the Pacific is as blue as it has been in my dreams»

λέει και χάνεται για πάντα στο laid-back Μεξικάνικο ψαροχώρι του Ειρηνικού.

Σάββατο, Μάρτιος 25, 2006

Το ερωτηματολόγιο του Προυστ

Αντί αμήχανου προλόγου, συμπληρώνω το ερωτηματολόγιο του Προυστ.


- Πότε και πού υπήρξατε ευτυχισμένος;

Πολλές φορές, σε πολλά μέρη, δεν το ’ξερα ούτε μία.

- Πώς φαντάζεστε την τέλεια ευτυχία;

Ως αέναη κατάργηση της επιθυμίας που γεννήθηκε απ’ την κατάργηση του χρόνου.

- Τι ή ποιος είναι η μεγαλύτερη αγάπη της ζωής σας;

Η ζωή.

- Ποιο ταλέντο θα θέλατε να είχατε;

Συνθέτης κλασσικής μουσικής, κάτι σαν Mozart, Bob Dylan, Arthur Lee.

- Αν μπορούσατε να αλλάξετε ένα πράγμα στον εαυτό σας, ποιο θα ήταν αυτό;

Θα προσέθετα χιούμορ, ζηλεύω τον Woody Allen, τον Αρκά, τον πιτσιρίκο.

- Αν μπορούσατε να αλλάξετε ένα πράγμα στην οικογένειάς σας, ποιο θα ήταν αυτό;

Να συγχωρώ και να συγχωρούμαι πιο γρήγορα.

- Ποιο θεωρείτε το μεγαλύτερο επίτευγμά σας;

Τη μετατροπή του άδειου μου μυαλού σε ανοιχτό.

- Πού θα θέλατε να ζείτε;

Στη θέση του οδηγού του αυτοκινήτου μου.

- Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας;

Ο φόβος του θανάτου, όχι ο θάνατος.

- Τι αντιπαθείτε περισσότερο;

Όλους τους –ιστές που κατέχουν μεγάλη εξουσία.

- Ποιο χαρακτηριστικό σας αντιπαθείτε περισσότερο;

Παλεύει ο τζόρας με τον ημιμαθή, μεγάλος συναγωνισμός.

- Τι αντιπαθείτε περισσότερο στους άλλους;

Περισσότερο απ’ το δογματισμό, την υποκρισία, το λαϊκισμό, τον εθνικισμό μόνο τους συνδυασμούς τους.

- Τι θεωρείτε ως τη μεγαλύτερή σας σπατάλη;

Την πάλη με τη γραφειοκρατία.

- Ποιο είναι το αγαπημένο σας ταξίδι;

Με μουσική. Οδηγώντας.

-
Ποια θεωρείτε την πιο υπερτιμημένη αρετή;

Τον πατριωτισμό.

- Σε ποιες περιστάσεις ψεύδεστε;

Συνειδητά, σε άρρωστους για να τους ανακουφίσω και σε βλάκες για να ανακουφιστώ. Ασυνείδητα, δεν ξέρω, ίσως και σε όλους.

- Τι δεν σας αρέσει στην εμφάνισή σας;

Τα πάντα εκτός από τα μάτια. Αν μπορούσα θα άλλαζα όλη μου την εμφάνιση, αν άλλαζα τα μάτια δεν θα ’μουν εγώ.

- Ποιόν άνθρωπο απεχθάνεστε;

Τον ευφυή, φανατικό σκοταδιστή, τύπου Χίτλερ, Στάλιν, θρησκευτικούς ηγέτες.

- Ποια λέξη ή φράση χρησιμοποιείτε κατά κόρον;

Δεν ξέρω.

- Ποιο πράγμα θεωρείτε ότι σας χαρακτηρίζει;

Γνωρίζω λίγα για πολλά πράγματα, πολλά για λίγα πράγματα και τα πάντα από τίποτα.

- Για ποιο πράγμα έχετε μετανιώσει;

Για λίγα που έκανα και άπειρα που δεν έκανα.

- Ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;

Η γυμναστική του εγκεφάλου.

- Ποιοι είναι οι ήρωές σας στην πραγματική ζωή;

Ο Andy Dufresne, ο Καποδίστριας, ο Captain Nemo, ο Ayrton Senna, ο Julian Cope, ο Bill Gates, ο Karl Popper.

- Πώς θα θέλατε να πεθάνετε;

Κατά τη διάρκεια ενός οργιαστικού ονείρου.

- Αν πεθαίνατε και επιστρέφατε στη ζωή, ποιόν άνθρωπο ή πράγμα θα θέλατε να ενσαρκώσετε;

Τον Νίκο Δήμου.

- Ποιο είναι το αγαπημένο σας απόφθεγμα;



Η αμφιβολία δηλητηριάζει τα πάντα χωρίς να σκοτώνει τίποτα.
Friedrich Nietzsche